Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Καλή τύχη!..

Στις εφτά εβδόμου του Εφτά (7/7/07) χάθηκε αναπάντεχα όπως παραθέριζε με την Οικογένειά του στη… Χαλικιδική, όπως την λέγαν τότε τα παιδιά μου, τη Χαλκιδική, ο γίγαντας της άμυνας του ΠΑΟΚ, το ίνδαλμα των παιδικών μας χρόνων, ο Αρίστος Φουντουκίδης. Έγραψα τότε στον «Αγγελιοφόρο» δυό λόγια στη μνήμη αυτού του θεόρατου ποδοσφαιστή που, στα παιδικά μας μάτια, στις αλάνες όπου μεγαλώσαμε, φάνταζε -και ήταν!- ανίκητος. Δεν τον «πέρασε» ποτέ κανείς. Εκτός από τον μέγα και άνισο με το δρεπάνι «ντριμπλαδόρο».
Παραθέτω το κείμενο και μαζί, στον επίλογο, ένα ασεβές στιχούργημα, βασισμένο άτεχνα σ΄ ένα κλασσικό τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη, σαν οριστικό αποχαιρετισμό σε τούτην τη φιλόξενη ιστοσελίδα. Γειασάν!  


Οι θρύλοι που υφαίνουν τη ζωή μας
Απέναντι από το γήπεδο του ΠΑΟΚ στην Τούμπα, αριστερά του δρόμου, υπήρχε στις αρχές του ΄80 ένα ταβερνάκι, ο θρυλικός "Θερμαϊκός"!
Εκεί αράζανε άνθρωποι λαϊκοί, μεροκαματιάρηδες επί το πλείστον, κάργα Καζαντζιδικοί και μασίφ Παοκτσήδες και κάτι φοιτητές σαν κι εμάς που γυρεύανε περιπέτειες και συναναστροφές ζόρικες για την ασταθή μυθολογία που μας βασάνιζε εκείνα τα χρόνια...
Ψυχή του μαγαζιού, ο κυρ-Μήτσος, ένας βλοσυρός στην όψη αλλά καλοκάγαθος βράχος που τα ρύθμιζε όλα με το βλέμμα και η κυρά του, η κυρία Ολυμπία που είχε το πάνω χέρι στην επικράτεια της κουζίνας και ίσως όχι μόνο. Ο διάκοσμος ήταν απλός...Μια έγχρωμη αφίσσα του Στέλιου στη γωνία και μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες των γιών του κυρ- Μήτσου-το καμάρι του!- που ήτανε και οι τρεις, πυγμάχοι στην Αυστραλία!
Το μενού ήταν εξίσου απλό. Κυρίως πιάτο ήτανε η ζακέτα, ένα ψάρι συγγενές της γλώσσας και τα βασικά κρεατικά. Μια μερίδα ποδιά, που ξεχείλιζε στο πιάτο, συν μια σαλάτα, χόρτα ή αγγουρο-ντομάτα με χοντρό κρεμμύδι και μια "μαλάμω" με Σουρωτή κοστίζανε 45 φράγκα. Αυτά, το 1984 στη Σαλονίκη.
Δεξιά στην πόρτα μπαίνοντας, ήταν ένα αρχαίο τζουκ-μποξ που "έπαιζε" μόνο Στέλλιο. Άλλα τραγούδια δεν είχε.
Στο μαγαζί αυτό μια Κυριακή πρωί, με τον αεί απρόβλεπτο συγκάτοικό μου τον Δημήτρη Γκόγκο, το ζεύγος των αφεντικών και μια μαγκιόρα φίλη τους γράψαμε, μετά απο επίμονο και συστηματικό ψηστήρι με τον κυρ- Μήτσο μια κασέτα με τα αγαπημένα μας τραγούδια του Καζαντζίδη. Η ηχογράφηση ήτανε πρωτόγονη, δεδομένων των μέσων της εποχής και, ανάμεσα στα τραγούδια, την ώρα που όλοι μαζί πίναμε ούζο και τα δύο κορίτσια της παρέας φλυαρούσαν υπέροχα, ακουγόταν η αυστηρή φωνή του κυρ- Μήτσου που άκουγε εκστατικός "σκάστε μαλακισμένες! Το εργαλείο γράφει!..".
Σ΄ αυτό το μαγαζί, όπου ποτέ δεν γίνηκε φασαρία, μπούκαρε κάποιο κρύο χειμωνιάτικο βράδυ ένα μπάνικο και καλοβαλμένο νεαρό ζευγάρι που δείχνανε φοιτητές. Οι θαμώνες ξενίστηκαν στην αρχή, αλλά, μετά τις πρώτες εξεταστικές ματιές, γύρισαν γρήγορα στις κουβέντες τους και τους αφήσανε στην ησυχία τους. Όλοι, εκτός απ΄ τον κυρ- Μήτσο που συνέχισε να τους κόβει καχύποπτα.
Κάποια στιγμή, όταν ο νεαρός σηκώθηκε να βάλει ένα τραγουδάκι στο ηλεκτρόφωνο διαπίστωσε έκπληκτος, ότι είχε μόνο Καζαντζίδη.
"Κάναν Μπιθικώτση, δεν έχετε;" ρώτησε δειλά το αφεντικό.
Καθόμουν ακριβώς δίπλα. Και τότε, είδα τον κυρ- Μήτσο να βάζει απειλητικά τα χέρια στη μέση και να του λέει απότομα "Ξένα δεν έχουμε εδώ μέσα!".
Τον "Θερμαϊκό" που κουβαλήσαμε μαζί μας, φεύγοντας από τη Σαλονίκη, τον "έφαγε" απο καιρό η διαπλάτυνση του δρόμου. Κι η γειτονιά που ζούσαμε τότε, αρχές Τριανδρίας, έχει γίνει αγνώριστη κι αλλάζει κάθε φορά που την βλέπω γυρίζοντας με τα παιδάκια μου τα καλοκαίρια απο την Χαλκιδική.
Γιατί τα γράφω αυτά; Σαν ένα ξόδι για τον Αρίσταρχο Φουντουκίδη που έφυγε το περασμένο Σάββατο απ΄ τη ζωή. Τον γίγαντα της άμυνας, μαζί με τον Μπέλη, του μεγάλου ΠΑΟΚ. Αυτόν τον ανεπανάληπτο Πόντιο ποδοσφαιριστή που μόνο στη θωριά του, τρόμαζαν οι επιθετικοί του αντιπάλου. Γιατί η ζωή μας εν τέλει, υφαίνεται μυστικά από θρύλους. Και γιατί είναι κακό πράγμα να ζει ο άνθρωπος χωρίς δέος...

Apoxeraitistirio

Σε μάζεψα σε σύμμασα από τις selfies μέσα
Κι είπα να κάνουμε χωριό
Twitter με νοικοκυριό
Μα ΄συ δεν έχεις μπέσα

Για να σε κάνω άνθρωπο
Μπήκα στα Instagramια
Μα η ψυχή σου η άσπλαχνη
Δεν άξιζε δυό δράμια

Το face book, το Ιντερνέ
Κι όλα τα εργαλεία
Τα χάρισες με password
Για λάθος μεγαλεία

Για να σε κάνω άνθρωπο
Τι ήπρεπε ν΄ αντέξω
Πατάω τώρα το Delete
Και βγαίνω απ΄ όλα έξω…