Σάββατο, 21 Απριλίου 2018


Δύο κείμενα για την δικτατορία των συνταγματαρχών, μέρα που΄ ναι, που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλη του 1992 στο περιοδικό «Ιστός».

Χρήστος Βακαλόπουλος: Η 21η Απριλίου κι εμείς

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση.

Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.

Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο.

Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας.

Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι.

Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.
Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη.

Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo.

Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.

Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα. Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση.

Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.

Ελένη Αρβελέρ: Η 21η Απριλίου κι εσείς

Το παρακράτος που με τη ναζιστική προστασία έζησε και ανδρώθηκε στα χρόνια της Κατοχής, βρήκε σχεδόν δικαίωση με τα δραματικά γεγονότα του Δεκέμβρη 1944 και του εμφύλιου πολέμου, κι έτσι ανεξέλεγκτα εγκατέστησε την παραεξουσία του σε όλη την ελληνική επικράτεια. Εποχή διχασμού, καιροί αμηχανίας, περίοδος αστάθειας που τρέφει η ακατανοησία και η αντίφαση της ιστορικής πορείας, αυτής που ρυθμίζεται πάντοτε από εξωελληνικούς παράγοντες (τις μεγάλες λεγόμενες δυνάμεις). Θέατρο της διαμάχης τους το ελληνικό έδαφος· στη λίστα των αντικρουόμενων επιτυχιών τους η άνευ όρων προσάρτηση στα συμφέροντά τους μιας όχι ευκαταφρόνητης μερίδας του ελληνικού λαού. Ασύστολοι οι Γερμανόφιλοι της Κατοχής, έμειναν ατιμώρητοι ως όψιμοι Αγγλόφιλοι και μετέπειτα Αμερικανόπληκτοι εθνικόφρονες-νομιμόφρονες, διώκτες του ξεστρατισμένου αντάρτικου.

Λογική συνέπεια της ποινικής και πολιτικής ασυδοσίας των δοσίλογων της ξενικής κατοχής είναι η δημιουργία συνθηκών χαλάρωσης, ηθικής και εθνικής, που επέτρεψαν τη δικτατορία της 21 Απριλίου 1967. Είναι συμπτωματικό το ότι αυτοί που καταπολέμησαν με σθένος και ανιδιοτέλεια την απριλιανή νέα τάξη, μίλησαν αμέσως για νέα κατοχή και για εθνική αντίσταση. Έκαναν σημαία το σύμβολο ανάτασης που περίμενε ακόμη την δικαίωση από την αναταραγμένη πολιτεία του μεταπολέμου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο επανορθωτής της πολιτείας –εννοώ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή– πρώτος προχώρησε στην ειρηνοποίηση του πολιτικού βίου με την εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, μη εξαιρουμένου του κομμουνιστικού, που για πρώτη φορά έτυχε επίσημης αναγνώρισης μετά την Βάρκιζα.

Νέα λοιπόν κατοχή αρχίζει με την πρώτη μεταπολεμική δικτατορία σε δοκιμασμένο χώρο της αιματοκυλισμένης από τον φασισμό Ευρώπης: έχει για προπύργιο την Ελλάδα των Συνταγματαρχέων, με τα στρεβλωμένα ελληνοχριστιανικά και ηθικοπλαστικά συνθήματά τους. Νέα ανάγκη ανόρθωσης διαφαίνεται με νέα κατορθώματα αντίστασης –κι απέναντί τους, ίδιο πάντα το παρακράτος, έτοιμο να επιβάλλει την άνομη τάξη.

Ατιμώρητοι οι πράκτορες της εθνικής κατάπτωσης και ντροπής στα μεταπολεμικά χρόνια, ξεχασμένοι σήμερα, και για μερικούς αδικοφυλακισμένοι οι πρωτεργάτες του επαίσχυντου απριλιανού εγχειρήματος: από φασισμό σε νεοφασισμό βαδίζει η χαώδης σωρεία της πολιτικής καθημερινότητας, αποπροσανατολίζοντας τη συνείδηση των νέων, που ζητούν την αιτία της αντιξοότητας στην προγονική αμαρτία.

Να πούμε ότι ο ελληνικός λαός, που τόσο σεμνύνεται για τα περασμένα αρχέγονα μεγαλεία, είναι επιρρεπής αμνησίας σε ό,τι αφορά στα σημερινά και άμεσα; Τα πρόσφατα παραστρατήματα κληθήκαμε από την ιστορία να τα πληρώσουμε, μέγιστο και αδιάψευστο μάθημα πως η ιστορία ούτε ξεχνά ούτε συγχωρεί τους υβριστές της. Κάθε πράξη και κάθε κίνηση, η πιο ασήμαντη και η πιο ανέμελη, βρίσκει την ολοκλήρωσή της, την οντολογική δικαίωσή της, στην ορθολογική πορεία του χρόνου.

Ας σταθούμε νηφάλιοι μπρος στα παρόντα για να μη θρηνήσουμε για τα επερχόμενα. Είναι καιρός οι λαλίστατοι σχολιαστές της ιστορίας του τόπου να γευθούν τον καρπό της σκεπτικής σιωπής: Μόνο αυτή επιτρέπει την αντικειμενική αξιολόγηση του παρελθόντος χωρίς αναίτιες αιτιάσεις και χωρίς άκαιρες θριαμβολογίες. 
Αυτό νομίζω αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει η ιστορία δυναμική αναφορά, μάθημα ζωής και όχι σύνθημα κούφιας αυταρέσκειας και ανόητης αυτάρκειας. Το πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού εξαρτάται όχι τόσο από την εικόνα του ιστορικού του είναι, όσο από την πλαστικότητα του ιστορικού του γίγνεσθαι. 

Ας θυμηθούμε ότι το πανάρχαιο χρέος ευθύνης, έτσι όπως το θεμελίωσαν μακραίωνη ιστορία και προγονική παράδοση, δεν αλλοτριώνεται με ηχηρά λόγια, ούτε πληρώνεται με παχυλές, απατηλές υποσχέσεις: Ευθύνη και εγρήγορση απαιτούν οι καιροί.
Κι έτσι η έρημη Ρωμιοσύνη θα πάψει να φοβάται άγρυπνους Εφιάλτες κι αφύλακτες κερκόπορτες.


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Ναυαγοί στον «Μακεδονικό»

Μαλλί αραιό, επιτηδευμένα πλεγμένο σε μια περίτεχνη γυροβολιά για να μη φαίνεται η αμετάκλητη επέλαση της φαλάκρας. Ξανθός σε κάποιο απροσδιόριστο παρελθόν, πλην διαρκώς πεντακάθαρος. Πλενόταν καθημερινά- «τρεις φορές τη μέρα Γιωργάκη μου»…. Σαν τις γάτες.

Κουστουμιά μαύρη, τραυματισμένη όπως κι ο ίδιος, αλλά, σε αξιοπρεπή όρια.
Ανοιχτό στο στέρνο το πουκάμισο, απαραιτήτως λευκό, μποτάκια γυαλισμένα στην πένα  κι όλη η εικόνα μια ημιτελής απόπειρα μέσω αποδράσεων με οδυνηρή συνήθως κατάληξη, να υψωθεί σε ένα αόριστο αίτημα ελευθερίας.
Ναυάγιο συνοπτικά, αλλά, με όλη τη θεαματική του γοητεία.

Σαββάτο μεσημέρι πριν τον αγώνα του ΠΑΟΚ στην Άνω Πόλη κι είχε σχεδόν αγκαλιάσει η λεπτή και νευρώδης φιγούρα του το τζουμπόξ αδιαφορώντας για τα επίγεια, την ώρα που διαμαρτυρόταν με τίμια κόπωση ο Στέλιος «υπάρχουν και καλά παιδιά, στην κοινωνία μέσα, που έχουνε χρυσή καρδιά, φιλότιμο και μπέσα…».

Σαν να υποστήριζε εκείνη την ώρα ο πιο μεγάλος τραγουδιστής το πιο δικό του φτωχό και ανίσχυρο φολκλόρ της ζωής του. «Μου φάγανε τα λεφτά ρε, τα φιλαράκια μου! Το πιστεύεις; Με κλέψανε ρε μαλάκα οι κολλητοί μου στη Γερμανία στα ζάρια!..»
Πόσα ν΄ αντέχει να πάθει άραγε ένας άνδρας για να σταθεί σ΄ ένα  ιδεατό ύψος και να μην είναι απρεπής μέσα στην ατομική του απόγνωση;

«Η τιμή απ΄ την απώλεια απέχει ελάχιστα ρε μαλάκες!» του είχε πει ειρωνικά ένας ξεπεσμένος σαν και του λόγου του καθηγητής ένα βράδυ απάνω από την τσόχα στη Στουτγάρδη, όταν τον μπλέξαν σ΄ ένα κόλπο και του φάγανε, όπως διατεινόταν, τις οικονομίες.
Το ανήγαγε έκτοτε σε ατομικό αξίωμα. Μιας και σπανίως τα ζάρια του κάνανε το χατίρι, είπε λίγο να το εκλογικεύσει. Ψυχολογικά ήταν περισσότερο βολικό να τα αποδώσει όλα σε μια πλεκτάνη που παίχθηκε πίσω απ΄ την πλάτη του για να τον μαδήσουνε και όχι στο ίδιο του το αχαλίνωτο πάθος. Κι έτσι ηττημένος, αλλά, με τις αποσκευές γεμάτες συναισθηματικά υποκατάστατα ξαναπήρε το τραίνο, αυτήν τη φορά για την ανάποδη διαδρομή.

Δεν είχε να κρατηθεί από κάπου, εξόν από τη μικρή γερμανική σύνταξη, απ΄ τη «φοξβάγκεν», όταν γύρισε άδοξα στην Άνω Πόλη, ξαφνιασμένος κι ίδιος από το θέαμα μιας κοινωνικής αδικίας που ένοιωθε πως αφορούσε με κάποιον τρόπο και την δική του πάρτη.

Βρήκε τη γειτονιά όπως την άφησε κι ακόμα χειρότερα
Μετά τις πρώτες χαρές, όμως, η αποσύνθεση τον πήρε και τον σήκωσε.
«Και τι κατάλαβες ρε μαλάκα τόσα χρόνια στη Γερμανία;». Οι άνθρωποι στις φτωχογειτονιές δεν χαρίζονται. Κι αυτός, δεν αντιπαρήλθε ποτέ αυτή την χλεύη
Όμως παρόλα αυτά, μέσα του μάζευε και άντεχε…

Ημπορούσε μόνο να αντιλαμβάνεται αμυδρά, πως τους πείραζε τους άλλοτε κολλητούς του στη γειτονιά ότι αυτός ο απελπισμένος, δίχως μάνα πια και συγγενείς,  πέρασε ξυστά από τη λάμπα μιας έστω ανέφικτης απόδρασης που δεν μπόρεσε μεν να τον φωτίσει, αλλά ούτε στο φινάλε κατάφερε ολότελα και να τον κάψει.

Έτσι ήταν όταν γύρισε ένα πρωί μισοζεματισμένος με τα τσαμασίρια του πίσω. Προνομιούχος μοναχικός, με γοητευτικές διηγήσεις. Η Δικαιοσύνη στους ταπεινούς ζυγίζει κι απονέμει καμιά φορά με επιείκεια ίσες δόσεις αποδοχής και απόρριψης.  
Δυστυχισμένος ήρωας διαρκείας και καλόβολος, πήδαγε επαγγελματικά τις γυναίκες της συνοικίας, άνυδρες και στερημένες από χαρές όπως ήταν, και ξανάφερνε απτόητος και χωρίς πολλές ενοχές τον κόσμο στα ίσα του και στη καθημερινή του ανομολόγητη συνήθεια.

Γέμιζε κρυφά ο αέρας απ΄ όπου περνούσε με ευχές και παράνομες προσδοκίες- κυνικός και θρήσκος, έχοντας πειστεί κατά βάθος ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσει κανείς ποτέ την ιεραποστολική αφοσίωσή του στον θεσμό της Οικογένειας, από τον οποίον ο ίδιος συνειδητά απείχε..
«Κάνω έργο, όμως εγώ ρε! Αποτρέπω τους κυριακάτικους καυγάδες και τα διαζύγια. Μη το ψάχνεις καρντάση…» μου έλεγε με προσποιητή αυταρέσκεια, σκάζοντας μονίμως βραχνός απ΄ το τσιγαριλίκι ένα χολερικό, υπόκωφο γέλιο.  

Σαν να είχε βρει ξαφνικά στην πατρίδα έναν σωτήριο ρόλο.

«Εμένα ρε, όμως, ο Στέλιος με ¨πιάνει¨ στα γεμάτα σου λέω! Σου τ΄ ορκίζομαι αδερφέ. Σαν Προυσαλιό με φτιάχνει στη γκλάβα. Δε μ΄ αρρωσταίνει. Είμαι φύση διαμπερής εγώ! Εγώ ο μπεκιάρης καρντάση μου. Έχω ειδεί πολλά ρε στην πουτάνα τη Γερμανία κι ας μην έχω πουθενά αλλού πάει! Αλλά πως να στο πω ρε φίλε. Με τον Στέλιο ξελαμπικάρω κι ας μην έχω και τώρα κάπου να πάω».

Ε, στα τελευταία, δεν είχε πράγματι κάπου συγκεκριμένα να πάει. Τους χειμώνες γύρω από την Άνω Πόλη και την Τούμπα κι άντε μέχρι τον Πλαταμώνα τα καλοκαίρια- μετά τα ηρωϊκά χρόνια της Γερμανίας, αγιασμένα σε κρεβάτια με υπέροχα ανοιχτά σκέλια- όπου την έβγαζε με κάτι χαροκαμένες Γιουγκοσλάβες…

Κοίταζα απέναντί μου αυτόν τον ραγισμένο, άλλοτε όμορφο άνδρα που το βλέμμα του ξεθώριαζε σαν να αναμετριέται με το χαμένο του μέλλον κι αναρωτιόμουν: να τον πάρω στα σοβαρά ή να τον αγναντεύω μόνο;
Μια ζωή, εμείς οι αβέβαιοι άκαπνοι, σ΄ αυτό το σκληρό νταραβέρι με τη συναίνεση της ύπαρξης…  

-΄Ντάξει ρε Άρη…
-Γαμώ τον νονό μου τον καριόλη. Να με λένε Άρη και να είναι η ζωή μου όλη ο ΠΑΟΚ, αγρίευε θεατρικά…
«Κάψτε και την κάμαρά μου», ερχόταν απ΄ το παληό ηλεκτρόφωνο η ρωμαλέα φωνή του Στέλιου.  
Ο Πύργος της Βαβέλ σε μικρογραφία... 
Είμασταν κι οι δυό Κυριακάτικα, χαμένοι στην εξέλιξη του Σύμπαντος, ανάμεσα σε δυό κιβώτια ανοιχτές μαλαματίνες.

Το θέμα είναι ότι είμασταν εκείνη την ώρα ακριβώς εκεί και οι δύο σαν θύματα από τροχαία κατάληξη. Εκείνος από καραμπόλα λόγω Γερμανίας. Εγώ γιατί ματαιώθηκε η πουτάνα η πτήση για Αλεξανδρούπολη και γυρίζοντας άκεφος σπίτι είχα πιάσει στο κρεβάτι στα προκαταρκτικά, τη Σοφία με τον καλύτερό μου φίλο.
Που να βρεις ώρα για τεχνάσματα;

Οι αισθηματικές κρίσεις ποτισμένες με μπόλικο αλκοόλ δίνουν στους ανθρώπους το δικαίωμα να σταθούνε ή να χαθούνε.
Να χαθούμε λέω, ρε χαμούρες!.. μονολόγησε σαν να διάβασε την σκέψη μου ο Άρης. 
Βρήκε ο κουτσός κατήφορο…

Καθόμασταν τελικά, από μυστική συμφωνία, απαλλαγμένοι από την καχυποψία για τις εκατέρωθεν διαθέσεις, απόβλητοι κι οριστικά αποσυνάγωγοι εκείνη την ώρα, από την τάξη των πραγμάτων. Και παραστάτης ο Στέλιος να συμπληρώνει ηδονικά την αυτοκαταστροφή: «Φίλοι μου καλοί αν είστε/ για παρέα μου καθήστε/ και φωτιά μεγάλη ανάψτε/ κι όλα τα δικά μου κάψτε…».

Εδώ που τα λέμε, είμασταν ακλόνητα πεισμένοι ότι κανείς δεν μας περιλάμβανε εκείνη την στιγμή στις προτεραιότητές του. Οπότε, σ΄ εκείνη ακριβώς την χρονική καμπή, είσαι πολύ κοντά στο να πεις «στ΄ αρχίδια μου η χυδαιότητα αυτού του ντουνιά» κι αυτό, μεταξύ μας,  είναι ο,τι πιο κοντινότερο στην ψεύτικη ευγένεια της ζωής, κάποιες φορές που στερεύουν οι επινοήσεις και κανένας σ΄ αυτόν τον γαμημένο κόσμο δεν μπορεί να υποστηρίξει πειστικά ότι ζει μόνο για σένα και ότι «για πάντα» θα σε περιμένει.



Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ευγνωμοσύνη...

«Πετάω για τον Πατέρα μου που καμαρώνει στην άκρη στο χωράφι όταν περνούν τα μαχητικά μας ,
Πετάω για το παιδί στη Φλώρινα που περπατάει στο χιόνι να πάει στο σχολειό του,

Πετάω για τον Παπά μας που κάνει χιλιόμετρα να κάνει Ανάσταση με τους τσοπαναραίους στο ύψωμα της Παναγιάς !
Πετάω για το ψαρά που βγήκε 4 το πρωί με την ψαρόβαρκα να φέρει το μεροκάματο στη φαμελιά του ,

Πετάω για το δασκαλάκο που πληρώνει από την τσέπη του τις φωτοτυπίες στα Άγραφα της Καρδίτσας .
Για αυτούς πετάω Για να μπορούν να κάνουν αυτό που χρόνια κάνουν και να κρατάνε την Πατρίδα μας ζωντανή !

Ούτε αυτοί ,ούτε εγώ θα ζητήσω υπερωρίες γιορτές και Κυριακές ,γιατί εγώ πετάω για την Πατρίδα μου. Πετάω για τους δικούς μου ανθρώπους ,αυτούς που γλεντάνε με την ψυχή τους ,ζουν για μια στιγμή και όταν πεθαίνουν ξεπροβοδίζουν τους δικούς τους ανθρώπους με τραγούδια και εύχονται καλήν αντάμωση . Πετάω για την ΕΛΛΑΔΑ».

Σμηναγός Γιώργος Μπαλταδώρος.

Αιέν Υψιπετείν Παλικάρι του Έθνους! Μας αφήνεις το χρέος να μην πάει η θυσία σου χαμένη!


Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Το νόημα της Πασχαλιάς

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, ζύγιαζε τ΄ αρχίδια του…
Ήθελα κι εγώ Μεγάλη Παρασκευή να μπω σ΄ ένα πνευματικό κλίμα. Να φύγω κάπως απ΄ την ανοίκεια απραξία του ανέργου και να αισθανθώ μέλος της κοινότητας.

Το΄ χα σκοπό για τον ταπεινό Άγιο Νικόλαο στην Πλάκα, αλλά σταμάτησε υποχρεωτικά το τραμ πάνω στην Βενιζέλου στη Νέα Σμύρνη στο ύψος της Αγίας Παρασκευής. Αναγκαστικά, κατέβηκα κι ακολούθησα την περιφορά. Τόσον κόσμο ο Τσίπρας κι ο Μητσοτάκης, ούτε στα όνειρά τους σκέφτηκα. Γιατί,
δεν θα εξημερωθεί ποτέ ο φόβος της έσχατης αλήθειας.

Κι άσε τους άλλους να λένε πως ό,τι σχετίζεται με την αιωνιότητα μετατρέπεται αναπόδραστα σε κοινό τόπο. Οι άνθρωποι αντιδρούν στην πεποίθηση πως όλα είναι μάταια. Δεν είναι κουφάρια που κατορθώνουν να βαδίσουν. Υψώνονται εκεί που δεν τους περιμένεις. Κι έχουν φρόνημα. Αρνούνται συγκινητικά να προδώσουν τις προσδοκίες τους, αφήνοντας ακόμα περιθώριο στις εκπλήξεις που θα αλλάξουν προς το καλύτερο τη ζωή τους.

Άναψα κι εγώ ένα κεράκι και βάδιζα τρικλίζοντας από το αλκοόλ πλάϊ σε αυτούς που μέσα από τις καθημερινές τους στάχτες ψάχνουνε τον λίγο παράδεισο που κρύβουνε μέσα τους. Δεν μας επιφυλάσσει συχνά η στεγνή ζωή αυτή που ζούμε πολλές δαψίλειες. Από την απελπισία μας κρεμιόμαστε λέω.

Κι ο αληθινός θάνατος, είναι ό,τι μας αποσπά από την θερμότητα των αισθήσεων και των σωμάτων ημών.

Άκουγα τα λόγια που τα΄ χω ξανακούσει πολλές φορές και φορές αμέτρητες και θυμόμουν τα μαύρα μου παπούτσια που τ΄ ασβέστωνε τέτοιες μέρες η μάννα μου για να΄ ναι άσπρα, τις ανελέητες μάχες που δίναμε στο καμπαναριό της ενορίας στην σκληρή Καλλιθέα πάνω στην σκαλωσιά με τους μεγαλύτερους για το ποιος θα χτυπάει πένθιμα την καμπάνα, καμιά ανάμνηση φυσικά για αγιοκλήματα και πασχαλιές, μόνο αργότερα αυτά, η καύλα των τρυφερών μηρών της Τασίας καταλήγοντας μέσα από τις βαρειές βυζαντινές σκιές στον Αη- Σωτήρα, ένας σκληρός κι επίφοβος πετροπόλεμος που συνεχίζεται μέσα στην γκλάβα μας ό,τι κι αν γίνει ακόμα και σήμερα κι ακόμα και σήμερα, η χαμογελαστή μορφή του αγαπημένου Πατέρα μου που προβάλει αέρινος με το λινό του κοστούμι ξέροντας ότι δεν του μένει και πολύς καιρός, μέσα απ΄ τις φτέρες, τελευταίο Πάσχα του΄70 στο Βίτσι, αείφιγοι και ακηδείς μεσ΄ σε κραιπάλες, και το διαρκές παράπονο της μάνας μου που μένει κι αυτό ακόμα και τώρα αναπάντητο: «καλά, δεν έχεις σπίτι να μαζευτείς εσύ ρε παιδάκι μου;».


Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Απόγεμα Κυριακής στη Νέα Σμύρνη

Δεν θα μου γυάλιζε ποτέ το μάτι, παρά την δροσερή ομορφιά της, γιατί όπως την έκοψα ήταν γύρω στα 17. Έχουμε λέω αρχές. Κι όχι μόνο-ή ίσως κι επειδή- μεγαλώσαμε ανάμεσα σε γυναίκες... 

Με παραξένεψε όμως που λίγο μετά την Κάβα, εκεί όπου βγήκα στη Νέα Σμύρνη στο ύψος της Ευαγγελικής για να αγοράσω αλκοόλ, την πλεύρισε μια χαμούρα κοντά στα 70 με μοντέρνα ρούχα και μπουφάν, κι εκείνη συμφωνημένα, του΄ δωσε απρόθυμα μεν, αλλά του΄ δωσε το χέρι.

Ε, πήγα κι εγώ από περιέργεια ακριβώς από πίσω την ώρα που τους άκουγα να ψάχνονται για κάνα έρημο μέρος στην Βενιζέλου και την ρώτησα στα ίσα: Τι τον έχεις τον γέρο κορίτσι μου; Παππούς μου είναι, λέει με έντρομα μάτια

-Ώστε έτσι; Αρωτώ τον γέροντα. Ναι μου απαντά, ψύχραιμα, την ώρα που το κοριτσάκι πήρε βόλτες και χάθηκε τρέχοντας στα στενά.

Με πόσα ρε πούστη τον ρωτώ πιάνοντάς τον απ΄ τον γιακά.

15 ευρώ λέει με το ίδιο κυνικό χαμόγελο, κι ένα παντελόνι απ΄ την Ομήρου.

Αυτή λοιπόν, σεβαστοί γονείς, είναι η ταρίφα…

Υ.Γ: Το κορίτσι ήταν Ελληνάκι Κι ο πουστόγερας επίσης.

Υ.Γ: Βγήκα χωρίς κινητό, αλλά, δεν νομίζω πως θα άλλαζε τίποτε… Η Ελληνική Αστυνομία δεν ημπορεί να τα προλάβει όλα.  Κι άλλωστε δεν έχω αποδείξεις... 



Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Για τους σκληρούς του Γκάρισον

Είμαστε μεθυσμένοι και αποσυνάγωγοι οι άνθρωποι από τότε που ανακαλύφθηκε στον κόσμο η αντρική φιλία.
Θέλαμε στην γειτονιά να μοιάζουμε με τους άλλους, τους μεγαλύτερους και κάναμε πρόθυμα θελήματα κι όλα τα υπόλοιπα ήσαντε δευτερεύοντα γιατί ηθέλαμε μια θέση στην τοπική ιεραρχία και μάλλον βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε και να έχουμε ένα μερτικό στον κοινό σεβασμό και στην αξιοσύνη. Δεν το ξέραν οι δικοί μας τότε, αλλά περάσαμε ξυστά και απερίσκεπτα από χίλιους κινδύνους.

Φροντίδα καμιά. Από την όψη καλά παιδιά φαινομενικά, στο μπακαλοτέφτερο και στις βοήθειες για όλες τις γειτόνισσες. Κι από την κόψη αλάνια τρισκατάρατα, με κρυφή ζωή και ξύλο ανελέητο και εισπνέοντας βενζίνες ώσπου, δεν υπήρχε άνθρωπος στην πόλη να σηκώνει το βλέμμα απάνω μας.  Κι έτσι, κάπως, μας κέρδισαν στο τέλος οι καταχρήσεις, ελλείψει αντιπάλου. Τώρα, εδώ που τα λέμε, κάτι «νοσταλγίες για ζεστά κρεβάτια», «πατρικά σπιτικά» και «θερμές αγκαλιές γυναικών» δεν βρίσκουνε σε μας ούτε καν φλέβα να τρυπήσουνε. Αυτά τ΄ ακούμε βερεσέ.   
Και σπανίως από τότε γελάμε. Ή μάλλον είναι και κάτι παληοί δεσμοί που μας τα φέρνουν όντες βρισκόμαστε και γελάμε ευφρόσυνα με κείνους τους υποκατάστατους ηρωισμούς της αυτοεπιβεβαίωσης που μας είχαν οδηγήσει στα όρια της κοινωνικής συμπεριφοράς, έξω από κάθε κανονικότητα και δίχως καμία ηθική μέριμνα.

Μας απορρίπτει ανέκαθεν και βέβαια ακόμα και τώρα αηδιασμένος ο ντουνιάς-«πως γυρνάς ρε αγόρι μου στο σπίτι σου σε τέτοιο χάλι;»-  με το ασταθές επιχείρημα οτι αναζωπυρώνουμε ξεχασμένα κι επικίνδυνα πάθη. Χάνουμε- κερδάμε, όμως, έχουμε εμείς στην τελική, την συναίσθηση μιας βαθειά ευγενικής καταγωγής όπου η εγκράτεια δεν ήτανε ποτέ για μας αρετή.
Ανυπεράσπιστα καθάρματα στην αρμαθιά του Θεού. Χανόμαστε από υποβλητικές αιτίες.

Σε σύγκριση όμως με άλλους Θερσίτες, λέω, καλά τα πήγαμε. Τους βγάζουμε από την αμηχανία των δημοσίων σχέσεων τους καλοθελητές. Επειδή, τέτοιοι τσόγλανοι κι αληταριά παραδομένα στη φθορά είμαστε. Αποστροφή αφήνουνε τα πατήματα πίσω μας. Αλλά, δε γαμείς... Αυτή είναι η φάρα μας. Ανεμομαζώματα, Διαβολοσκορπίσματα....

Είναι μια εποχή αυτή όπου ακόμα και η ευγένεια διακωμωδείται. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, όπου αποθεώνεται η υπερβολή και όπου κάθε ελεεινότητα ζει τις εξάρσεις της.

Καθένας εν κατακλείδι επινοεί την ηθική του. Κι επειδή εμείς καταλαβαίνουμε, παρόλα αυτά, μες΄ στα σκοτάδια όπου συχνάζουμε, μην συνωστίζεστε μάγκες, υπάρχουνε ρόλοι για όλους….


https://www.youtube.com/watch?v=OnNPEny2iHc



Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Γειασάν ρε Τζάθα

Γειασάν ρε Τζάθα

Θα πρέπει μάλλον να ξεχάστηκε η μοίρα του εκείνο το πρωί κι ο Δημήτρης Τζάθας, όπως συνήθως άργησε να΄ ρθει.

Θα καθόταν ως φαίνεται, και σύμφωνα με τις τελευταίες μαρτυρίες όσων τον είδαν, από την εξωτερική πλευρά της μπάρας, εκεί όπου οι άνθρωποι ενδεχομένως να μετεωρίζονται ανάμεσα στη ζωή και στις επιθυμίες τους χωρίς να είναι βέβαιος κανείς σε ποιαν όχθη ανήκουν.

Θα πρέπει, αν συντάξουμε τα πράγματα, να ήρθε την ώρα που ήταν αποφασισμένος για τα δικά του σχέδια, και να τον σκούντηξε με κάποιαν ορισμένη συγκατάβαση ένας σκαιός τύπος, την ώρα δηλαδή που ο Μήτσος ήταν στο τρίτο ποτήρι κι ετοιμαζόταν να παραγγείλει ένα ακόμα για τον δρόμο, και να του είπε επιτακτικά πιάνοντάς τον από το χέρι «Όχι άλλο»…

Θα σκέφτηκε ο Τζάθας, ότι κανείς δεν έχει αυτήν την αρμοδιότητα. Αλλά, είναι πιθανόν, εκείνη την ώρα να τον κύκλωσε και μια μακρυνή ανάμνηση, σαν να τον είχε πάρει η μάνα του νοσταλγικά απ΄ το χέρι και να τον οδηγούσε τρυφερά, επειδή ήταν από μικρός φιλάσθενος, κάπου σε ένα πιο ήσυχο και γαλήνιο τοπίο και να ηρέμιζε κάπως η κουρασμένη ψυχή του, γιατί, γιορτές και σκόλες, όταν όλοι είχαν φωτεινά τα σπίτια τους, εκείνη τους έτρεχε στις φυλακές όπου είχε επισκεπτήριο να τους χαϊδέψει με τον αδερφό του στοργικά το κεφάλι ο γέρος του, ο καπεταν Ηρακλής, να φύγει λίγο κι αυτή η περιφρόνηση για τον κόσμο.

Χοντρικά, λέω, εκείνη την ώρα, αυτή πρέπει να ήταν η σούμα της ζωής του. Οι γυναίκες που αγάπησε και τον αγάπησαν, οι λιγοστοί του φίλοι, κάποιοι καλοί του συνάδελφοι και μερικές εκκρεμότητες που άφησε πίσω του, χωρίς να γεννούν κακίες. Εκεί ακριβώς, πρέπει να τον πέτυχε κι αυτή η λύπη που μεταδίδεται μονάχα στους ζωντανούς.

Θα πρέπει και αυτό να το γνώριζε. Γιατί αρνήθηκε να τοκίσει στην δυστυχία του. Και καθώς τον έβλεπα, χωρίς να είμαι του στενού του κύκλου-δίπλα από τους παληούς του φίλους- να πλησιάζει στην τελευταία του πράξη, ξέρω ότι δεν πρόδωσε ποτέ τον εαυτό του και τον αόρατο βρόχο του.

Το λέω επειδή το είδα: ο Δημήτρης Τζάθας πέθανε αξιοπρεπής με μια βαθύτατη κλίση στην Αλητεία. Και ατύχησε, όπως όλοι όσοι ζούμε.