Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Γειασάν ρε Τζάθα

Γειασάν ρε Τζάθα

Θα πρέπει μάλλον να ξεχάστηκε η μοίρα του εκείνο το πρωί κι ο Δημήτρης Τζάθας, όπως συνήθως άργησε να΄ ρθει.

Θα καθόταν ως φαίνεται, και σύμφωνα με τις τελευταίες μαρτυρίες όσων τον είδαν, από την εξωτερική πλευρά της μπάρας, εκεί όπου οι άνθρωποι ενδεχομένως να μετεωρίζονται ανάμεσα στη ζωή και στις επιθυμίες τους χωρίς να είναι βέβαιος κανείς σε ποιαν όχθη ανήκουν.

Θα πρέπει, αν συντάξουμε τα πράγματα, να ήρθε την ώρα που ήταν αποφασισμένος για τα δικά του σχέδια, και να τον σκούντηξε με κάποιαν ορισμένη συγκατάβαση ένας σκαιός τύπος, την ώρα δηλαδή που ο Μήτσος ήταν στο τρίτο ποτήρι κι ετοιμαζόταν να παραγγείλει ένα ακόμα για τον δρόμο, και να του είπε επιτακτικά πιάνοντάς τον από το χέρι «Όχι άλλο»…

Θα σκέφτηκε ο Τζάθας, ότι κανείς δεν έχει αυτήν την αρμοδιότητα. Αλλά, είναι πιθανόν, εκείνη την ώρα να τον κύκλωσε και μια μακρυνή ανάμνηση, σαν να τον είχε πάρει η μάνα του νοσταλγικά απ΄ το χέρι και να τον οδηγούσε τρυφερά, επειδή ήταν από μικρός φιλάσθενος, κάπου σε ένα πιο ήσυχο και γαλήνιο τοπίο και να ηρέμιζε κάπως η κουρασμένη ψυχή του, γιατί, γιορτές και σκόλες, όταν όλοι είχαν φωτεινά τα σπίτια τους, εκείνη τους έτρεχε στις φυλακές όπου είχε επισκεπτήριο να τους χαϊδέψει με τον αδερφό του στοργικά το κεφάλι ο γέρος του, ο καπεταν Ηρακλής, να φύγει λίγο κι αυτή η περιφρόνηση για τον κόσμο.

Χοντρικά, λέω, εκείνη την ώρα, αυτή πρέπει να ήταν η σούμα της ζωής του. Οι γυναίκες που αγάπησε και τον αγάπησαν, οι λιγοστοί του φίλοι, κάποιοι καλοί του συνάδελφοι και μερικές εκκρεμότητες που άφησε πίσω του, χωρίς να γεννούν κακίες. Εκεί ακριβώς, πρέπει να τον πέτυχε κι αυτή η λύπη που μεταδίδεται μονάχα στους ζωντανούς.

Θα πρέπει και αυτό να το γνώριζε. Γιατί αρνήθηκε να τοκίσει στην δυστυχία του. Και καθώς τον έβλεπα, χωρίς να είμαι του στενού του κύκλου-δίπλα από τους παληούς του φίλους- να πλησιάζει στην τελευταία του πράξη, ξέρω ότι δεν πρόδωσε ποτέ τον εαυτό του και τον αόρατο βρόχο του.

Το λέω επειδή το είδα: ο Δημήτρης Τζάθας πέθανε αξιοπρεπής με μια βαθύτατη κλίση στην Αλητεία. Και ατύχησε, όπως όλοι όσοι ζούμε. 


Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

 Να΄ χουμε να λέμε... 

Τα νερά βαθαίνουν απότομα τα απογεύματα της Κυριακής. Χαρακώνουν τους αμέριμνους κολυμβητές τα αμείλιχτα βράχια.  Είναι η ώρα που στα νοικοκυρεμένα σπίτια κοστίζει χοντρικά, κάπου 100 ευρώ η σιωπή το τετραγωνικό. Μοσχοβολάνε τα ασανσέρ σαπούνι κι αγαμία.

Σεμνύνεται η νόμιμη βίζιτα στα νωχελικά σαλόνια του αφορολόγητου πλούτου, εκεί όπου αστράφτουν τα κέρατα της αγίας ελληνικής οικογένειας.

Αν μιλήσεις ξαφνικά στον άλλον για την αξία του οργασμού μπορεί και να σου πει ότι είναι σαν τα πλοία που φεύγουν από τον Πειραιά με λίγους επιβάτες. Γύρευε…

Όσοι δεν έχουν κάνα ιδιαίτερο ταλέντο και δεν είναι ερωτευμένοι θα μπορούσαν να περάσουν κατευθείαν στη Δευτέρα, παραλείποντας ευχαρίστως αυτήν την ενδιάμεση ταλαιπωρία. Πλην όμως, οι βεράντες των παληών σπιτιών και οι ξεβαμμένοι τοίχοι, όπου σαπίζουν οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων, δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη καραβίσιες πλώρες. Όθεν εγκλωβίζονται λέω οι ανθρώποι...

Αλειμμένοι χριστιανοί, άλλοι στη μέθη τους και στα πάθη τους, κι άλλοι που επαναλαμβάνουν τα λάθη τους, γυρνάνε άσκοπα με περιττές κυκλικές κινήσεις προς το Κουκάκι ας πούμε και κάτω απ΄ την Ακρόπολη, μέσα σε ιδιωτικούς γκρεμούς και με ρωγμές, γεμάτοι σκοτεινή κι ακαθόριστη ύλη.

Κι έπειτα είναι κι αυτά τα αλάνια. Το δέρμα τους είναι μια φαιά επιφάνεια που βγάζει κάρβουνο κι αιθάλη, καμιά παρηγοριά στο προσκέφαλο, τα παπούτσια τους έχουν πατημένα αίματα και λάσπες ξερές από την προηγούμενη νύχτα, ό,τι δεν αγγίζουν, γι΄ αυτούς δεν υπάρχει, δεν αγαπούν τίποτε, μόνο οι απελπισμένοι πλόες στο σώμα των γυναικών λογίζονται για έπαθλα γι΄ αυτούς, τα ήσυχα προδίδουν τ΄ ανήσυχα, ή κάτι τέτοιο, δεν πιάνουνε πάντοτε τα αγγλικά τις ώρες που πρέπει, και δε γαμείς ψηλά καπέλα, εντάξει, θορυβώδεις μέσα στον γενικό χαμό και βαρειά χτυπούν τα σήμαντρα, με το δεκάρι στη φανέλα του Κούδα γυρνάνε, και στην ψυχή σαν Μεγάλη Παρασκευή στην Άνω Πόλη όταν χάνει ο ΠΑΟΚ, στα Κάστρα και στον «Τζότζο» και στον «Μακεδονικό», και μην μιλάς για όσα γίναν κι όσα χάσαμε κι από την άλλη, άσε τώρα πια τον Στέλιο και που να καταλάβουνε οι φλώροι, που βγάλανε εύκολα λεφτά από το Δημόσιο κι από Πολιτιστικές Πρωτεύουσες,- γυναίκες αγκυροβολημένες μαδάνε τις αμφιβολίες τους, που στέκονται τώρα στο ένα πόδι, στον Κεραμεικό για παράδειγμα, και στα κωλόμπαρα στου Γκύζη και της Χαμοστέρνας, στο ξυλοπόδαρο που ρημάζουν, δείχνοντας επιτηδευμένα ότι περιμένουν κάποια σπουδαία έλευση που δεν έρχεται συνήθως ποτέ, καθώς μετεωρίζονται γερμένες πάνω στις έρημες και σκοτεινές μπάρες, όπως κάποτε στο Βαρδάρι, και γύρω άνδρες όλο ανταγωνισμό και μελαγχολία, καράβια που ταξιδεύουνε με βαρειές επιθυμίες στο κενό- δεν πρέπει στο μεταξύ, να λησμονηθεί κι εκείνη η άδολη Κατερίνα που κρυώνει το χειλάκι της χρόνια τώρα στα χώματα της Κεστρίνης- κι όλοι μαζί περαστικοί που διαλύονται στο ξημέρωμα, την επόμενη μέρα είναι, μάλλον, όλοι υπό εσωτερική βροχή όλοι είμαστε, κάτω από έναν ήλιο ανυπόφορο και στιλπνό την άλλη, την επομένη δηλαδή, που δεν είναι καν μέρα,όταν  πέφτει απάνω στο δέρμα μας το φως σαν αγιασμός και μας καίει. 

Γράφει όλη αυτή η θλιβερή συνομοταξία, ένα μαύρο ημερολόγιο που κάθε τόσο το διακόπτει ο τσιριχτός ήχος του λαδιού που τρεμοπαίζει αβέβαια στο καντήλι, σαν αυτό μόνο να μας άξιζε και τον θυμούνται μονάχα ορισμένοι ναυαγοί απο παληές ξέρες που λένε συνοψίζοντας αμήχανα στο τέλος κάθε πρότασης, γιατί τα πράγματα φτάνουν κάποτε στο τέλος τους, «και ούτω καθεξής», με μιαν αδικαιολόγητη επισημότητα, που δεν έχει κανένα εμπράγματο αντίκρυσμα και είναι σαν τις ξεθωριασμένες επιστολές, που ξεκινούσαν ή τελείωναν με τα λόγια που θα΄ λεγε κι ο Καραΐσκος:

«Σεβαστή μου μάνα, έλαβα το δέμα σου και είμαι καλά, το αυτό επιθυμώ και δι΄ υμάς, Φιλιά στην Αννούλα και στον μικρό μου αδελφό τον Ανδρέα" και τον Καφηρέα και τον όποιον άλλον κάνει πλέον ρίμα, τον άβγαλτο και άψαλτο, όπου είμαι εδώ κι εγώ στα ξένα ριγμένος και γρήγορα θ΄ ανταμώσουμε, και σταμάτα ρε μάνα να μου στέλνεις άλλο γιατρικά, γιατί το έχω δει εδώ στις ερημιές, ότι το έργο, δεν βγαίνει γαμώ το συκώτι μου και άλλο να βαραίνω δεν χρειάζομαι», πράγμα όμως, που σπανίως συμβαίνει, επειδή αυτό το τελευταίο ειδικά στη μάνα του, δεν επιθυμεί κανένας να το ομολογήσει, κι επειδή η ζωή τα υπολογίζει αλλοιώς κι οι άνθρωποι, ήσαντε από παλαιά έρημες παντιέρες που έρχονταν και φεύγαν αμήχανοι από κληρονομικές στεναχώρειες κι απ κάτι μαύρα μάρμαρα και δεν γνωρίζανε ακριβώς τους στρόβιλους των έντεχνων αρνήσεων, γι΄ αυτό και αποχαιρετούσανε σοβαροί μεσ ΄ την σιωπή τους τις αποστάσεις και το παίρναν απόφαση κάποτε πως ήρθε ο καιρός να κάνουν πανιά, ή νωρίτερα, να ανακαινίσουν επιμελώς και συντηρητικά το δυαράκι τους, αλλάζοντας θέση στα παληά οικογενειακά κειμήλια καθώς, ενέσκηπτε τότε βαρύς ο χειμώνας και ξήλωνε αδιακρίτως σκεπές ο δριμύς αέρας που πνέει πάντοτε από τον άξενο Βορρά, αφήνοντας ξυλάρμενους όσους δεν κατέχουν την τεχνική της διαχείρισης των αισθημάτων.