Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΟΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΟΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Τίποτε δεν είναι σαν τον ΠΑΟΚ!

Την περασμένη Κυριακή συμφιλιώθηκα ξανά με τη Σαλονίκη. Περνούσαμε έξω απο το Λουτρό όταν άκουσα, χωρίς να το περιμένω, τον οχτάχρονο γυιό μου να λέει "μπαμπά, όσοι ζούνε εδώ μπορεί και να είναι συνηθισμένοι, αλλά, για μας που είμαστε απο αλλού, η Θεσσαλονίκη είναι πολύ ωραία πόλη!". Ο Ηλίας μου, σκέφτηκα, έχει τον τρόπο του...
Φτάσαμε με το τραίνο μεσημεράκι, γύρω στις 12, λύνοντας σταυρόλεξα και κινώντας με τα πόδια, απο τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, διαβήκαμε το έρημο Βαρδάρι και περνώντας ξυστά απο τη Μοδιάνο, πιάσαμε στο καπάκι Αριστέλους για να βγούμε μετά κατηφόρα στη λεωφόρο Νίκης. Διαδρομή επιτηδευμένη. Και σαν νάμασταν-και είμασταν!- χαρούμενοι ξένοι, ανάμεσα σε δικούς.
Σταθήκαμε μαγεμένοι στη λιακάδα, σ΄ένα μαγαζί στη λεωφόρο Νίκης. Έβγαλε αυτός το ταπεράκι του με τα γεμιστά της μάνας του να φάει, η τελευταία της εξουσία, κι εγώ παράγειλα κεφτέδες.
Γυρίσαμε στα πέριξ αδιαμαρτύρητα.
Κι εκεί γύρω στις πεντε ανηφορίσαμε για την Τούμπα!..
Όποιος δεν είναι ΠΑΟΚ δεν καταλαβαίνει...Η Τούμπα ήταν-και είναι!- άλλο σκηνικό! Σαν να άνοιξε ξαφνικά μια αυλαία και μπήκαμε απροσδόκητα στο προσκήνιο, σ΄ έναν τόπο οικείο και μαγικό, γεμάτο αποδοχή κι αβερτοσύνη. Τα (ξανα)έβλεπα μέσα απο τα έκθαμβα μάτια του...
Καμία επιτήδευση, καμιά ανάγκη για επινοήσεις και συγκατάβαση. Πανυγήρι! Πρίγκηπες και νεράϊδες ντυμένοι στα μαύρα στις ταβέρνες, τα γυράδικα και τις καφετέριες, γουστάρανε περιμένοντας την ώρα έναρξης του παιχνιδιού. Το παιχνίδι ήταν η πρόφαση, Οι αδερφάρες του ΟΣΦΠ και η αγορασμένη τους ιστορία όπως και ολόκληρου του γαμημένου ΠΟΚ ήταν το λιγότερο που τους απασχολούσε! (σ.σ: παρεπιμπόντως, είδα στο ημίχρονο, αυτήν την τσατσά και παραγωγό οπαδικού μίσους τον Σάββα Θεοδωρίδη που τόσο καμώνεται στου Καραϊσκάκη τον νταή, να τον προστατεύει-ΕΝΤΡΟΜΟ και ΚΑΤΩΧΡΟ- η ασφάλεια του ΠΑΟΚ σαν τις γριές που τις αλλάζουν καθετήρα στα νοσοκομεία...).
Οι μπάτσοι βεβαίως, υπακούοντας στις επιταγές του Κόκκαλη και των θλιβερών του κολαούζων που ζήτησαν να κατέβει στο γήπεδο ο στρατός, πνίξανε τη Τούμπα στα δακρυγόνα!
Πειθήνια όργανα αυτού του γελοίου και ασυνάρτητου κράτους των "εθνικών προμηθευτών", έπεσαν απάνω σε ο,τι κινείται και αντιμετώπισαν τους Τουμπιώτες, όπως τον IRA οι λούγκρες οι Εγγλέζοι!
Άνθρωποι που καθόντουσαν και πίνανε κρασί φιλειρηνικά στις γύρω ταβέρνες και ζευγαράκια ή παρέες στις γειτονικές καφετέριες γινήκανε θύματα μιας βλακώδους επιχείρησης καταστολής (σ.σ: σαν να θέλανε προκλητικά να μας πούνε μπροστά στα μούτρα μας ποιος είναι το κράτος...) απο γαμημένα ένστολα κωλόπαιδα που μπουκάριζαν μέσα με άνωθες διαταγές και ρίχνανε δακρυγόνα στο ψαχνό!
"Μπαμπά, θέλω να πάμε σπίτι" μου ζήτησε φοβισμένος ο γιός μου, μισή ώρα περίπου προτού αρχίσει το παιχνίδι, όταν δεν μπορούσε πλέον να σταθεί κανείς πουθενά! Ένοιωσα απόγνωση! Δεν είχα κάπου να τον πάω ...Κι αν δεν τον είχα μαζί μου θα΄ παιρνα κεφάλια!..
Έξω, στον ανοιχτό χώρο του γηπέδου, μιλάμε!, δεν μπορούσες να σταθείς! Στις απάνω αίθουσες των VIP΄S όπου κατέφυγα τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. "Στο διάολο όλοι!¨είπα κάποια στιγμή και πήρα τον Ηλία να φύγουμε απο το τρελοκομείο. "Είναι χειρότερα κάτω!" μου είπαν κλαίγοντας απο τα χημικά, τα φιλότιμα παιδιά της Ασφάλειας του ΠΑΟΚ. Οι μπάτσοι είχανε κάνει τη Τούμπα κόλαση!!!
"Έγινε λελογισμένη χρήση χημικών" είπε χθες στην πούστικη ανακοίνωσή της η Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης!
Τους γαμείς τώρα αυτούς για όχι...
Επιμύθιο: Γυρνάμε με τον Ηλία με την κλινάμαξα "505" Αθήνα. Τον βοηθάω να βάλλει παπούτσια και μπουφάν κι αφού πιάνει επαφή με την πραγματικότητα μου λέει εκεί γύρω στις εφτά παρά τέταρτο το πρωϊ "ρε μπαμπά, τι ωραία περάσαμε στη Σαλονίκη!.."
Οχτώ χρονών παιδί και μπήκε στο νόημα...
Αθήνα γαμημένη. Ποιός σε γαμεί και ποιός σε πληρώνει...

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Ας σταθούμε λίγο στην επιφάνεια των πραγμάτων

Ήταν έξη χρονών ο Ηλίας μου, όταν, όπως λιαζόμασταν αγαπημένοι κι αμήχανοι στον κόλπο της Τορώνης, έσπασε πρώτος αυτός τον πάγο λέγοντας "ξέρεις κάτι μπαμπά; Είναι πολύ δύσκολο να είσαι ΠΑΟΚ στην Αθήνα!".
Γύρισα και τον περιεργάστηκα με προσοχή, πως καθότανε με τα γυμνά χεράκια του πίσω απ΄ το σβέρκο, σαν μεγάλος
"Γιατί ρε Ηλία;" τον αρώτησα
"Γιατί ρε μπαμπά, όλοι στο σχολείο είναι ή Παναθηναϊκοί, η Ολυμπιακοί. Άντε και λίγοι ΑΕΚ".
"Και συ γιατί στεναχωριέσαι αγόρι μου;" τον ξαναρώτησα
"Γιατί ρε μπαμπά...κάθε πότε κερδίζει ο ΠΑΟΚ;" είπε κοιτάζοντάς με ίσα στα μάτια
Τον είπα τότε τον γιόκα μου για την ομάδα μας-όλοι οι μπαμπάδες κάνουνε λάθη- και για τις εποχές όπου είχαμε εντεκάδα- φόβητρο, αλλά όπως είχε δηλώσει και ο πρόεδρός μας(ο Γιώργος Παντελάκης) όταν κατέβαινε στην Αθήνα "μιλούσε με τα πηλίκια" των συνταγματαρχών της Χούντας, καθώς και για τότε που μας αδικούσε το ΠΟΚ όπως και για εποχές όπου ο ΠΑΟΚ κινδύνευε με υποβιβασμό στο εθνικό πρωτάθλημα ενω ο Παρίδης χόρευε την άμυνα της Μπάγερν και χάναμε στα μπέναλτι...Μαλάκωσε...Και τον πήρα πρόπερσι κι ανεβήκαμε μαζί στη Σαλονίκη. Χάσαμε απο τον ΠΑΟ δύο-μηδέν κι έπρεπε κανονικά να φάμε κι άλλα τόσα. Ήταν τότε που μας τη χάρισε δυό φορές ο Σαλπιγγίδης, το δικό μας παιδί, και όταν τον έκαναν αλλαγή, η Τούμπα χωρίστηκε στα δυό: οι μισοί όρμησαν στους άλλους μισούς που χειροκροτούσαν! Καφρίλα...
Άναυδος όμως ο δικός μου. Πρώτη φορά δεν κοιμήθηκε στο αυτοκίνητο, βλέποντας στην Εθνική οδό απο τη Λάρισσα και πάνω τους μαύρους πρίγκηπες ν΄ ανηφορίζουν προς το Βορρά ! "Όλοι ΠΑΟΚ;", ρωτούσανε τα έκθαμβα ματάκια του "Όλοι ΠΑΟΚ μάγκα μου" τον επιβεβαίωνα κι εγώ.
"Ρε μπαμπά, και στην τρίτη Εθνική να πέσει ο ΠΑΟΚ, πάλι ΠΑΟΚ θα είμαι!" Πορώθηκε- ας πάρει και κάτι καλό το παιδί...
Ξέρω εν τω μεταξύ κάτι αδιάφορες ιστορίες απο τα χρόνια που σπούδαζα στη Σαλονίκη και πηγαίναμε απο τα Κάστρα στη Μαρτίου με τα πόδια κουβεντιάζοντας μεθυσμένοι και ψάχνοντας τις συνήθειες των ανθρώπων όπου ζούσανε σε κείνα τα παληά σεβαστικά σπίτα. Θυμάμαι ας πούμε τον μάγκα τον Γκιμουρτζίνα που έπαιζε μπάλλα "με το Κουδάκι ρε!" κι αργότερα κιθάρα με την Γκρέη, τον "Άρχοντα" στο Κουλέ- Καφέ που έχασε τον μονάκριβό του σε τροχαίο και τα μαγαζιά πιο κάτω που δε θέλω να τα μακελέψω έτσι πρόχειρα.
ΚΙ ακόμα τον φτωδιάβολο τον Άρη που έλεγε σε μας τα κωλόπαιδα "εγώ ρε, έμεινα μπεκιάρης για τον ΠΑΟΚ!" όταν θύμωνε και την καντίνα απέναντι απο το Λοιμωδών, όπου τα πίναμε όταν ξεμέναμε απο λεφτά.
Δουλεύοντας πια στις λαϊκές αγορές της Αθήνας γύρω στο ΄86 ανέβηκα σ΄ένα ρεπό αεροπορικώς στη Σαλονίκη. Με τις πρώτες κουβέντες ο ταρίφας με χάλασε άσχημα όταν είπε "όλοι οι χαμουτζήδες ίδιοι είσαστε". Ρε έρμε- του λέω... Το ξέρεις πόσοι επαρχιώτες σαν και μας ξυπνάνε αυτήν την ώρα στα Τουρκοβούνια και περιμένουνε στη στάση του λεωφορείου με το κολατσό στο χέρι και τα όνειρά τους κομματιασμένα στο ναρκοπέδιο της επιβίωσης; Τσιμουδιά... Με χαλάει τώρα ο βαθύς επαρχιωτισμός αυτής της πόλης. Οι σαλτιμπάγκοι που ο κόσμος ψηφίζει. Η μεταδοτική ανία των παντρεμένων γυναικών της. Οι καλοντυμένοι φλώροι-σαν για φωτογραφία ντεμέκ στα λαδάδικα. Οι αυτοβαρυσήμαντοι πνευματικοί της...Να μην έχει κανείς τόπο να σταθεί; Ολούρμου ρε!..
Θ΄ανέβω λέω, Σάββατο με τον Ηλία παρόλα αυτά. Θα πάμε στην Τούμπα να δούμε τον ΠΑΟΚ με τον ΟΣΦΠ. Θα ανταμώσουμε με φίλους! Θα βγούμε σε στέκια παληά! Και θα ξοδέψουμε τα τελευταία μας λεφτά σε γυναίκες που λένε το λάμδα υπέροχα. Δόξα τω Θεώ, στη Θεσσαλονίκη, μπορεί να γίνεται της πουτάνας, αλλά ΔΕΝ είναι ακόμα ερωτική πόλη...
Και γιατί, στην πραγματικότητα, θέλω να δείξω στον γιόκα μου, οτι χάσει κερδίσει ο ΠΑΟΚ, πρέπει να επιστρέψουμε σπίτι...

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Εις μνήμην...

Απέναντι από το γήπεδο του ΠΑΟΚ στην Τούμπα, αριστερά του δρόμου, υπήρχε στις αρχές του ΄80 ένα ταβερνάκι, ο θρυλικός "Θερμαϊκός"!
Εκεί αράζανε άνθρωποι λαϊκοί, μεροκαματιάρηδες επί το πλείστον, κάργα Καζαντζιδικοί και μασίφ Παοκτσήδες και κάτι φοιτητές σαν κι εμάς που γυρεύανε περιπέτειες και συναναστροφές ζόρικες για την ασταθή μυθολογία που μας βασάνιζε εκείνα τα χρόνια...
Ψυχή του μαγαζιού, ο κυρ-Μήτσος, ένας βλοσυρός στην όψη αλλά καλοκάγαθος βράχος που τα ρύθμιζε όλα με το βλέμμα και η κυρά του, η κυρία Ολυμπία που είχε το πάνω χέρι στην επικράτεια της κουζίνας και ίσως όχι μόνο. Ο διάκοσμος ήταν απλός...Μια έγχρωμη αφίσσα του Στέλιου στη γωνία και μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες των γιών του κυρ- Μήτσου-το καμάρι του!- που ήτανε πυγμάχοι στην Αυστραλία!
Το μενού ήταν εξίσου απλό. Κυρίως πιάτο ήτανε η "ποδιά", ένα ψάρι συγγενές της γλώσσας και τα βασικά κρεατικά. Μια μερίδα ποδιά, που ξεχείλιζε στο πιάτο, συν μια σαλάτα, χόρτα ή αγγουρο-ντομάτα με κρεμμύδι και μια "μαλάμω" με Σουρωτή κοστίζανε 45 φράγκα. Αυτά, το 1984 στη Σαλονίκη.
Δεξιά στην πόρτα μπαίνοντας, ήταν ένα αρχαίο τζουκ-μποξ που "έπαιζε" μόνο Στέλλιο. Άλλα τραγούδια δεν είχε.
Στο μαγαζί αυτό μια Κυριακή πρωί, με τον αεί απρόβλεπτο συγκάτοικό μου τον Δημήτρη Γκόγκο, το ζεύγος των αφεντικών και μια μαγκιόρα φίλη τους γράψαμε, μετά απο επίμονο και συστηματικό ψηστήρι με τον κυρ- Μήτσο μια κασέτα με τα αγαπημένα μας τραγούδια του Καζαντζίδη. Η ηχογράφηση ήτανε πρωτόγονη, δεδομένων των μέσων της εποχής και, ανάμεσα στα τραγούδια, την ώρα που όλοι μαζί πίναμε ούζο και τα δύο κορίτσια της παρέας φλυαρούσαν υπέροχα, ακουγόταν η αυστηρή φωνή του κυρ- Μήτσου που ακουγε εκστατικός "σκάστε μαλακισμένες! Γράφει!..".
Σ΄αυτό το μαγαζί, όπου ποτέ δεν γίνηκε φασαρία, μπούκαρε κάποιο κρύο χειμωνιάτικο βράδυ ένα μπάνικο και καλοβαλμένο νεαρό ζευγάρι που δείχνανε φοιτητές. Οι θαμώνες ξενίστηκαν στην αρχή, αλλά, μετά τις πρώτες εξεταστικές ματιές, γύρισαν γρήγορα στις κουβέντες τους και τους αφήσανε στην ησυχία τους. Όλοι, εκτός απ΄τον κυρ- Μήτσο που συνέχισε να τους κόβει στα ίσα. Κάποια στιγμή, όταν ο νεαρός σηκώθηκε να βάλει ένα τραγουδάκι στο ηλεκτρόφωνο διαπίστωσε έκπληκτος, οτι είχε μόνο Καζαντζίδη. "Κάναν Μπιθικώτση, δεν έχετε;" ρώτησε δειλά το αφεντικό. Καθόμουν ακριβώς δίπλα. Και τότε, είδα τον κυρ- Μήτσο να βάζει απειλητικά τα χέρια στη μέση και να του λέει απότομα "Ξένα δεν έχουμε εδώ μέσα!".
Τον "Θερμαϊκό" που κουβαλήσαμε μαζί μας, φεύγοντας από τη Σαλονίκη, τον¨"έφαγε" απο καιρό η διαπλάτυνση του δρόμου. Κι η γειτονιά που ζούσαμε τότε, αρχές Τριανδρίας, έχει γίνει αγνώριστη κι αλλάζει κάθε φορά που την βλέπω γυρίζοντας με τα παιδάκια μου τα καλοκαίρια απο την Χαλκιδική.
Γιατί τα γράφω αυτά; Σαν ενα ξόδι για τον Αρίσταρχο Φουντουκίδη που έφυγε το περασμένο Σάββατο απ΄τη ζωή. Τον γίγαντα της άμυνας, μαζί με τον Μπέλη, του μεγάλου ΠΑΟΚ. Αυτόν τον ανεπανάληπτο Πόντιο ποδοσφαιριστή που μόνο στη θωριά του, τρόμαζαν οι επιθετικοί του αντιπάλου. Γιατί η ζωή μας εν τέλει, υφαίνεται μυστικά από θρύλλους. Και γιατί είναι κακό πράγμα να ζει ο άνθρωπος χωρίς δέος...