Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (Το θησαυροφυλάκιο των λέξεων)

Κουλουβάχατα
Άνω κάτω, φύρδην μίγδην.
Η φράση, που χρησιμοποιείται επιρρηματικά, ετυμολογείται από το αραβικό kullu wahad (= όλα ένα), αλλά επικράτησε και καθιερώθηκε από τον τίτλο πολιτικού φυλλαδίου του Θ. Κολοκοτρώνη, εγγονού του οπλαρχηγού της επανάστασης, Η Κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι.


Κουμπώνω
Από το μεσαιωνικό κομβώνω (= δένω, δένω με μάγια, εξαπατώ), που προέρχεται από το ελληνιστικό κομβόω, -ω (= δένω με κόμπο και, μεταφορικά, εξαπατώ). Τα κομβώματα είναι τα καλλωπίσματα, τα στολίδια (σύμφωνα με τη Σούδα) και κομβωτής ονομάζεται μεταφορικά ο απατεώνας.
Κατά τον Φ. Κουκουλέ η σημασιολογική εξέλιξη του ρήματος - από το «δένω με κόμπο» στη σημερινή «εφαρμόζω τα κουμπιά» - ερμηνεύεται επειδή παλαιότερα τα φορέματα έκλειναν με σκοινάκια που δένονταν σε κόμπο.

Κουράδι
Το περίττωμα.
Μεσαιωνική λέξη (κουράδιον).
Θεωρείται πιθανή η προέλευση της λέξης από το ελληνιστικό *σκωράδιον, υποκορ. του αρχ. σκωρ (τό, γεν. του σκατός - από το οποίο και το μεσαιωνικό σκατόν!).
Καμία σχέση με το ομόηχο μεσαιωνικό κουράδιν (= το ποίμνιο, πβ. άρμεξε το κουράδι Πανώρ. Β΄ 131), το οποίο ετυμολογείται πιθανώς από το ουσ. κουρά.

Μαγνάδι
Πολύ λεπτό (αραιό) ύφασμα που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα του κεφαλιού, πέπλος.
Μεσαιωνική λέξη (μαγνάδιν > μαγνάδι), που (κατά Στ. Ξανθουδίδη, άποψη που υιοθετεί μεταξύ άλλων ο Μ. Τριανταφυλλίδης) ετυμολογείται από το αρχ. μανός (= αραιός, χαλαρός).
Κατ' άλλους το μαγνάδι(ν) προέρχεται από το αγνάδι, υποκοριστικό του αρχ. αγανός (= λεπτός, ήπιος).

Ποταπός
Ασήμαντος, τιποτένιος, ευτελής, πρόστυχος.
Το ελληνιστικό ποταπός σχηματίστηκε από την αρχ. ερωτηματική αντωνυμία ποδαπός (= εκ τίνος χώρας; πόθεν; τί λογής; οποιός τις;), με την επίδραση των ομόρριζων πότε και πότερος και με μειωτική σημασιολογική εξέλιξη, ώστε να δηλώνει ασήμαντη ή αναξιόλογη ποσότητα. Η σημερινή σημασία είναι μεσαιωνική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: