Τρίτη, 4 Ιουλίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (χαρακτήρες του Θεόφραστου)

Δεισιδαιμονία
Κατά τον Θεόφραστο, δεισιδαιμονία (< δείδω = φοβούμαι + δαίμων = θεός) είναι η δειλία πρός τό δαιμόνιον, δηλ. ο φόβος (ή η ευλάβεια) προς τους θεούς.
Η λέξη, επομένως, έχει διπλή σημασία: εύσημη (= ευλάβεια) και κακόσημη (= φόβος υπερβολικός και αδικαιολόγητος).
Οι Περιπατητικοί φιλόσοφοι (μαθητές του Αριστοτέλη) ορίζουν την ευσέβεια ως ψυχής έξιν θεών καί δαιμόνων θεραπευτικήν, μεταξύ ούσαν αθεότητος καί δεισιδαιμονίας, θεωρούν επομένως την δεισιδαιμονίαν ακραία κατάσταση. Όμοια ο Πλούταρχος, ο οποίος στην Περί δεισιδαιμονίας πραγματεία του ορίζει αυτή ως δόξαν εμπαθή καί δέους (= φόβου) ποιητικήν υπόληψιν εκταπεινούντος καί συντρίβοντος τόν άνθρωπον, οιόμενον μέν είναι θεούς, είναι δέ λυπηρούς καί βλαβερούς (= ο οποίος πιστεύει ότι υπάρχουν βέβαια θεοί, προξενούν όμως βλάβη και στενοχώρια).

Αυθάδεια
Ισχυρογνωμοσύνη, πείσμα, επιμονή, αλαζονεία, προπέτεια.
Ο Θεόφραστος προσδιορίζει την αυθάδειαν ως απήνεια ομιλίας εν λόγοις (δηλ. σκληρότητα συναναστροφής που εκδηλώνεται με τα λόγια).
Αυθάδης (< αυτός + ήδομαι) είναι, λοιπόν, ο φίλαυτος, ο επίμονος, ο θρασύς, ο υπερόπτης.
Κατά τον Αριστοτέλη, αντίθετη της αυθαδείας είναι η αρέσκεια, δηλ. η τάση του πάσιν αρέσκειν, ενώ μεσότητα αυτών είναι η σεμνότης.

Ακαιρία
Η ακαιρία ορίζεται από το Θεόφραστο ως επίτευξις λυπούσα τούς εντυγχάνοντας, δηλ. συνάντηση που στενοχωρεί, που προξενεί λύπη σε κείνους που συναντώνται.
Ετυμολογικά (από το άκαιρος, που σχηματίστηκε από το στερητ. α + καιρός = περίσταση), ακαιρία είναι η αποτυχία ευνοϊκής περίστασης, η απώλεια του κατάλληλου καιρού.
Του φορτικού ή ενοχλητικού τύπου διακρίνει ο Θεόφραστος τρια είδη: τον άκαιρον, τον αηδή και τον περίεργον. Ο πρώτος είναι ενοχλητικός εξαιτίας έλλειψης φρόνησης και «καλής ανατροφής», ο δεύτερος από εγωισμό και ο τρίτος από υπέρμετρο ζήλον, που γίνεται βέβαια με καλές προθέσεις αλλά σε ακατάλληλη στιγμή και συνοδεύεται μετ' ευνοίας προσποιητής.

Αδολεσχία
Η αδολεσχία είναι φλυαρία μέχρι κόρου καί αηδίας.
Η λέξη παράγεται από το ουσ. αδολέσχης (= φλύαρος), που σχηματίστηκε από το άδην (= μέχρι κόρου) και λέσχη (= διάλογος, συνομιλία < λέγω).
Στους Χαρακτήρες ορίζεται ως διήγησις λόγων μακρών καί απροβουλεύτων (= αστόχαστων, άκαιρων, άσκοπων). Ο Θεόφραστος διέκρινε τον ανθρώπινο τύπο του αδολέσχου από τους παρόμοιους τύπους του λάλου και του λογοποιού. Κατ’ αυτόν, αδολέσχης είναι αυτός που μιλά συνέχεια λέγοντας ό,τι του έρχεται στο μυαλό και προσπαθώντας να είναι ευχάριστος. Λάλος είναι εκείνος που πιστεύει ότι μόνον αυτός σκέπτεται σωστά και γι’ αυτό δε μπορεί να σωπάσει, ενώ λογοποιός (< λόγον + ποιώ) αυτός που πλάθει ψευδείς λόγους, δηλ. μυθεύματα.
Κατά τον Αριστοτέλη, αδολέσχους λέγομεν τούς φιλομύθους (= αυτούς που αγαπούν τις μυθικές διηγήσεις) καί διηγηματικούς καί περί των τυχόντων κατατρίβοντας τάς ημέρας (και που περνούν την ημέρα τους συζητώντας και ασχολούμενοι με ό,τι λάχει).

Κολακεία
Κατά τον Θεόφραστο, η κολακεία είναι ομιλία αισχρά (= συναναστροφή, σχέση απρεπής), συμφέρουσα τω κολακεύοντι (= που εξυπηρετεί τον κόλακα) και ο κόλαξ – σύμφωνα με τον Θεόφραστο – λέει και πράττει πάντα, ω χαριείσθαι υπολαμβάνει (δηλ. ο,τιδήποτε θεωρεί ότι μπορεί να προκαλέσει ευχαρίστηση).
Ακολουθώντας τον Αριστοτέλη (Ηθικ. Νικομ. Β 7, 13), ο Θεόφραστος διακρίνει στην κολακεία δύο τύπους, τον κόλακα, ο οποίος αποβλέπει στο ιδιοτελές συμφέρον του (πβ. ωφελείας της αυτού ένεκα), και τον άρεσκον (πβ. τον τύπο του «υποχρεωτικού» ανθρώπου), ο οποίος επιθυμεί να ευχαριστεί τους πάντες.
Στο άλλο άκρον – σύμφωνα με την Αριστοτελική θεωρία του μέσου, της μεσότητος – βρίσκεται ο δύσερις καί δύσκολος (= ο εριστικός και δύστροπος άνθρωπος). Και πριν από τον Θεόφραστο κωμικοί ποιητές είχαν ήδη εισαγάγει τον τύπο του κόλακα στα έργα τους. Κατά τον 6ο αι. π.Χ. ο ποιητής Επίχαρμος περιέγραψε ένα παρόμοιο τύπο στο έργο του Ελπίς ή Πλούτος. Κατά τον 5ο αι. ο Εύπολις παρουσίασε, όπως παραδίδεται, κωμωδία με τον τίτλο Κόλακες – όπως μετέπειτα ο Μένανδρος (Κόλαξ) και εν γένει η Μέση και η Νέα Κωμωδία. Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο κόλαξ ή παράσιτος δεν ήταν «φυτό» σπάνιο στις αυλές των τυράννων και στους οίκους των πλουσίων της αρχαιότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: