Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Απλές ασκήσεις μνήμης

Τα πράγματα, όπως καταλαβαίνουν και τα μικρά παιδιά, έχουν πάρει μια τροπή χωρίς γυρισμό. Και οι ξένοι, που ως συνήθως γνωρίζουν καλύτερα από μας το συμφέρον μας, υποστηρίζουν ανοιχτά ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ. Μόνο στην έρημη χώρα, η συζήτηση αυτή έχει ποινικοποιηθεί από εκείνους που, ιδιοτελώς ή όχι, ταυτίζουν την ένταξή μας στην ευρωζώνη με… αδιαπραγμάτευτη εθνική κατάκτηση! (σ.σ: τρομάρα τους…). Όπως και στην κρίση του 1929 που οδήγησε στη πιο πρόσφατη χρεοκοπία.

Ακόμα και η Αγγλία, είχε εγκαταλείψει τότε τον «κανόνα του χρυσού», που η ίδια είχε εισηγηθεί και μόνο στην Ελλάδα, Βενιζέλος και Τσαλδάρης, ερίζοντας θεατρικά πάνω στα αποκαΐδια, επέμεναν στην πιστή τήρησή του, με βαρύ τίμημα που δεν απέτρεψε στο τέλος το μοιραίο.
Ο,τι πέτυχε εκείνα τα χρόνια ο απλός κόσμος, το πέτυχε τελικά ερήμην και εν αγνοία των πολιτικών, γιατί προσαρμόστηκε νωρίτερα και ευκολότερα από εκείνους στις συνθήκες της κρίσης. Η πολιτική τάξη, τότε, όπως και τώρα, συζητούσε μακάρια για θέματα πολυτελείας, (σ.σ: τις προάλλες στο υπουργικό συμβούλιο του Παπαδήμου τα σπάσανε για το… διαζύγιο…) ανίκανη να διαχειριστεί τις κοινωνικές συγκρούσεις και έχοντας συνομολογήσει ότι η εγκατάλειψη του χρυσού, (σ.σ: όπως η έξοδος από το ευρώ σήμερα) ισοδυναμεί με πράξη εθνικής μειοδοσίας!
Στο μεταξύ, ο Μεταξάς τις ημέρες εκείνες ετοίμαζε τις λεγεώνες του που οδήγησαν στην κατάλυση του κοινοβουλευτισμού. Ποια η διαφορά από το τώρα που η δοτή κυβέρνηση Παπαδήμου και το μαύρο μέτωπο των κομμάτων που τη στηρίζουν, παριστάνουν πως στη χώρα εξακολουθεί να υφίσταται κοινοβουλευτική Δημοκρατία;
Οι ιστορικές αντιστοιχίες, είναι προφανείς. Και πιο πολύ σήμερα, που, όλο και περισσότεροι, σημειώνουν την ανάγκη ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ για την Ελλάδα. Μόνο που τώρα ο «εχθρός» δεν είναι ο κομμουνισμός. Ο εχθρός, κραδαίνει στα χέρια του το ελληνικό χρέος και υπαγορεύει το χαμό μας. Τα πράγματα, από το όχι και τόσο μακρυνό 1947, δείχνουν να μην έχουν και πολύ αλλάξει. Οι πολιτικές και οικονομικές συμμορίες που λυμαίνονται οικογενειακώ δικαίω τον τόπο ετοιμάζονται για το νέο γιουρούσι για να διαγουμίσουν την τελευταία λεία αδιαφορώντας για το αφανισμό του λαού και της χώρας.
Το κείμενο που ακολουθεί, είναι παρμένο από το παληό «Ποντίκι» της εποχής του Κώστα Παπαϊωάννου κι από το βιβλίο του ίδιου δημοσιογράφου με τίτλο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
*********************************************************
Η εξαγγελία του δόγματος Τρούμαν, το Μάρτιο του 194, προκάλεσε κύματα φρενίτιδας και ενθουσιασμού στις εγχώριες ηγετικές ομάδες. Οι Αμερικανοί, δεν θα συνέχιζαν απλώς τον ρόλο του προστάτη που εγκατέλειπαν κατάκοποι οι Άγγλοι, αλλά, το κυριότερο, θα έριχναν στην πιάτσα ζεστό χρήμα και το, εξίσου σημαντικό, δεν θα άφηναν τη χώρα να πέσει στα χέρια των κομμουνιστών!..
Διερμηνεύοντας αυτά τα διόλου άδολα αισθήματα του εσωτερικού κατεστημένου, ο Γεώργιος Βλάχος, θα γράψει με κάθε ειλικρίνεια στην «Καθημερινή» της εποχής: «τώρα με την Αμερικάνικη βοήθεια, οι πειναλέοι των Βαλκανίων, οι Γιουγκοσλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Αλβανοί, θα σκύβουν πάνω μας και θα βλέπουν με βουλιμία και ζήλεια τους Έλληνες να τρώγουν με χρυσά κουτάλια». Είναι αυτονόητο ότι αναφερόταν στους κύκλους όπου ανήκε. Διότι αυτοί, πράγματι έφαγαν με χρυσά κουτάλια, όταν άρχισαν να φτάνουν τα δολάρια.
Για να λέμε του στραβού το δίκηο, οι Αμερικανοί, δεν αποδείχθηκαν και τόσο… «αμερικανάκια», καθώς στάθηκαν εξαρχής επιφυλακτικοί. Έτσι, ο Τρούμαν έστειλε μια ευάριθμη ομάδα ειδικών που ονομάστηκε «Οικονομική Αποστολή» και είχε επικεφαλής τον γυαλάκια δικηγόρο Πωλ Πόρτερ με βαθμό πρεσβευτή. Τον συνόδευαν μεταξύ άλλων, στελέχη όπως ο εισαγγελέας της Ουάσινγκτον Στέφεν Άϊλς, ο υπάλληλος του Στέητ Ντηπάρτμεντ Λέσλι Ρούλι, ο συνάδελφός του και ειδικός σε θέματα ανασυγκρότησης Φράνσις Λίνκολν και ο ειδικός για την Γεωργία Πρίντ Χάντσον.
Η εντολή που είχαν ήταν να ξεσκονίσουν και να ελέγξουν τα πάντα, γιατί «η αμερικανική κυβέρνηση θέλει πριν από κάθε ενίσχυση να είναι βέβαιη για την ειλικρινή διάθεση της ελληνικής κυβερνήσεως για την λήψη μέτρων για την εξυγίανση της οικονομίας». Αυτό σήμαινε ότι η ελληνική πλευρά, θα έπρεπε να υποστείλει όλες τις αξιώσεις της, γιατί διαφορετικά, όπως απειλούνταν «ο κ. Πόρτερ θα κλείσει ένα αεροπορικό εισιτήριο και θα γυρίσει στην Αμερική»!..
Την ίδια στιγμή η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα απαίτησε από τον Τσαλδάρη να παραιτηθεί ώστε να σχηματιστεί μια «περισσότερο αντιπροσωπευτική κυβέρνηση», με την οποία «θα συνεργαστεί ο κ. Πόρτερ»!
Έτσι σχηματίζεται η περίφημη «επτακέφαλη κυβέρνηση» των Τσαλδάρη, Παπανδρέου, Βενιζέλου, Κανελλόπουλου, Γόντικα, Στεφανόπουλου, Αλεξανδρή, που ανέλαβαν ισάριθμα νευραλγικά πόστα, υπό την πρωθυπουργία του… τραπεζίτη Δ. Μάξιμου.
Ενδεικτικό για τον τρόπο που συμπεριφερόταν ο Πόρτερ, είναι το πασίγνωστο περιστατικό με τον υπουργό Συντονισμού, Στ. Στεφανόπουλο. Όταν ο υπουργός προκάλεσε την οργή του αφεντικού, για φορολογικά θέματα, ο αμερικανός γκαουλάιτερ του σβούριξε ένα ηχηρό χαστούκι και αποχώρησε μεγαλοπρεπώς!..
Ο δικός μας, δάκρυσε-προφανώς όχι από εθνική συγκίνηση- αλλά, μόλις του πέρασε, έσπευσε λίγες ημέρες αργότερα να προσφέρει προς εξευμενισμό, ένα διαμαντένιο περιδέραιο στην σύζυγο του Πόρτερ!
Δύο μήνες αργότερα, ο Πόρτερ, μιλώντας στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των ΗΠΑ θα υποστηρίξει την παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα, αλλά θα επιστήσει την προσοχή των ανωτέρων του, για συνετή και αυστηρή διαχείριση, προειδοποιώντας «οι κερδοσκόποι, οι έμποροι, οι χρηματιστές και οι μαυραγορίτες, κολυμπούν στο χρήμα και στην πολυτέλεια. Οι λαϊκές μάζες, μόλις που καταφέρνουν να επιβιώσουν».
Ο ίδιος ο Πόρτερ θα μιλήσει για τις «300 Οικογένειες» που λυμαίνονται το τόπο, δίνοντας έτσι το στίγμα μιας άρχουσας τάξης που συναρθρώθηκε από τα γεννοφάσκια της αγκαλιά με την πολιτική εξουσία και συνεχίζει στον δρόμο αυτό μέχρι τις μέρες μας…
Προσέξτε τι λέει:
«Απ΄ ο,τι μπόρεσα να διαπιστώσω η κυβέρνηση δεν έχει καμιάν άλλη πολιτική πρακτική από το να ζητάει συνεχώς ξένη βοήθεια για να διατηρεί την εξουσία της και να διασώζει διαρκώς τα προνόμια μιας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα. Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί, με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις Τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στην δική τους χώρα γα να βοηθήσουν στην αναστύλωση της εθνικής οικονομίας.
Τα συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται επίσης με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί στην εποχή μας και οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος, δεν αποκομίζει κανένα όφελος από αυτό. Οι μισθοί των ναυτικών γυρίζουν στην Ελλάδα, αλλά οι εφοπλιστές ασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους σε ξένες χώρες. Κάθε επιχείρηση θα έπρεπε να πληρώνει μια σημαντική εισφορά στο κράτος, κάτω από την προστασία του οποίου λειτουργεί.
Αυτό ισχύει, κατά κύριο λόγο, γα την περίπτωση των εφοπλιστών, που τα μεγαλύτερα κέρδη τους προέρχονται από τα ¨λίμπερτυ¨ τα οποία τους παραχώρησε η αμερικάνικη ναυτική αποστολή με την εγγύηση του ελληνικού κράτους».
Συνεχίζοντας την ανατομία της εγχώριας επιχειρηματικής τάξης που συμπεριφέρεται γλοιωδώς, σαν κλίκα, δίχως ίχνος πατριωτισμού, περιγράφει γλαφυρά: «θυμάμαι ένα από τα πιο επίσημα γεύματα, ενός από τους σημαντικότερους τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στη βίλα του, των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους με λιβρέα, μια ποικιλία από τα πιο φίνα κρασιά και φαγητά διάφορα, γαρνιρισμένα περίφημα. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας που ανέφερα, άρχισε να εξυμνεί τις χαρές της ζωής κοντά στη θάλασσα καθώς και τις χαρές των αριστοκρατικών σπορ.
Η αντίθεση ανάμεσα στο γεύμα αυτό και στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας, είναι πραγματικά τρομακτική…».
Πολύ νωρίς, ο απλός κόσμος πήρε χαμπάρι τη ρεμούλα που έπεφτε και η περίφημη AMAG («Αμερικανική Αποστολή Βοηθείας προς την Ελλάδα») απόκτησε την κακόφημη ελληνική ερμηνεία της και μετονομάστηκε σε «Αμάκα» που σημαίνει έκτοτε την κομπίνα. Και οι άνθρωποι της πιάτσας δεν άργησαν να βγάλουν σατυρικά στιχάκια με πιο χαρακτηριστικό, το «τρία Άλφα Μι και Κάπα σχηματίζουν την αμάκα»!
Τα πράγματα στην Αθήνα έπαιρναν το δρόμο τους, το δόγμα Τρούμαν που οδήγησε μέσα σε τρεις ακριβώς δεκαετίες στη χούντα, έμπαινε σε ταχύρρυθμη εφαρμογή και στα βουνά, ο εμφύλιος μαίνονταν. Για μια ακόμα φορά, οι Έλληνες έχυναν αδελφικό αίμα, αυτήν τη φορά, υπό την επίβλεψη και την ωμή παρέμβαση των Αμερικανών…

Δεν υπάρχουν σχόλια: