Σάββατο, 21 Απριλίου 2018


Δύο κείμενα για την δικτατορία των συνταγματαρχών, μέρα που΄ ναι, που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλη του 1992 στο περιοδικό «Ιστός».

Χρήστος Βακαλόπουλος: Η 21η Απριλίου κι εμείς

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση.

Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.

Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο.

Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας.

Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι.

Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και, σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.
Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη.

Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo.

Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.

Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα. Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση.

Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.

Ελένη Αρβελέρ: Η 21η Απριλίου κι εσείς

Το παρακράτος που με τη ναζιστική προστασία έζησε και ανδρώθηκε στα χρόνια της Κατοχής, βρήκε σχεδόν δικαίωση με τα δραματικά γεγονότα του Δεκέμβρη 1944 και του εμφύλιου πολέμου, κι έτσι ανεξέλεγκτα εγκατέστησε την παραεξουσία του σε όλη την ελληνική επικράτεια. Εποχή διχασμού, καιροί αμηχανίας, περίοδος αστάθειας που τρέφει η ακατανοησία και η αντίφαση της ιστορικής πορείας, αυτής που ρυθμίζεται πάντοτε από εξωελληνικούς παράγοντες (τις μεγάλες λεγόμενες δυνάμεις). Θέατρο της διαμάχης τους το ελληνικό έδαφος· στη λίστα των αντικρουόμενων επιτυχιών τους η άνευ όρων προσάρτηση στα συμφέροντά τους μιας όχι ευκαταφρόνητης μερίδας του ελληνικού λαού. Ασύστολοι οι Γερμανόφιλοι της Κατοχής, έμειναν ατιμώρητοι ως όψιμοι Αγγλόφιλοι και μετέπειτα Αμερικανόπληκτοι εθνικόφρονες-νομιμόφρονες, διώκτες του ξεστρατισμένου αντάρτικου.

Λογική συνέπεια της ποινικής και πολιτικής ασυδοσίας των δοσίλογων της ξενικής κατοχής είναι η δημιουργία συνθηκών χαλάρωσης, ηθικής και εθνικής, που επέτρεψαν τη δικτατορία της 21 Απριλίου 1967. Είναι συμπτωματικό το ότι αυτοί που καταπολέμησαν με σθένος και ανιδιοτέλεια την απριλιανή νέα τάξη, μίλησαν αμέσως για νέα κατοχή και για εθνική αντίσταση. Έκαναν σημαία το σύμβολο ανάτασης που περίμενε ακόμη την δικαίωση από την αναταραγμένη πολιτεία του μεταπολέμου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο επανορθωτής της πολιτείας –εννοώ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή– πρώτος προχώρησε στην ειρηνοποίηση του πολιτικού βίου με την εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, μη εξαιρουμένου του κομμουνιστικού, που για πρώτη φορά έτυχε επίσημης αναγνώρισης μετά την Βάρκιζα.

Νέα λοιπόν κατοχή αρχίζει με την πρώτη μεταπολεμική δικτατορία σε δοκιμασμένο χώρο της αιματοκυλισμένης από τον φασισμό Ευρώπης: έχει για προπύργιο την Ελλάδα των Συνταγματαρχέων, με τα στρεβλωμένα ελληνοχριστιανικά και ηθικοπλαστικά συνθήματά τους. Νέα ανάγκη ανόρθωσης διαφαίνεται με νέα κατορθώματα αντίστασης –κι απέναντί τους, ίδιο πάντα το παρακράτος, έτοιμο να επιβάλλει την άνομη τάξη.

Ατιμώρητοι οι πράκτορες της εθνικής κατάπτωσης και ντροπής στα μεταπολεμικά χρόνια, ξεχασμένοι σήμερα, και για μερικούς αδικοφυλακισμένοι οι πρωτεργάτες του επαίσχυντου απριλιανού εγχειρήματος: από φασισμό σε νεοφασισμό βαδίζει η χαώδης σωρεία της πολιτικής καθημερινότητας, αποπροσανατολίζοντας τη συνείδηση των νέων, που ζητούν την αιτία της αντιξοότητας στην προγονική αμαρτία.

Να πούμε ότι ο ελληνικός λαός, που τόσο σεμνύνεται για τα περασμένα αρχέγονα μεγαλεία, είναι επιρρεπής αμνησίας σε ό,τι αφορά στα σημερινά και άμεσα; Τα πρόσφατα παραστρατήματα κληθήκαμε από την ιστορία να τα πληρώσουμε, μέγιστο και αδιάψευστο μάθημα πως η ιστορία ούτε ξεχνά ούτε συγχωρεί τους υβριστές της. Κάθε πράξη και κάθε κίνηση, η πιο ασήμαντη και η πιο ανέμελη, βρίσκει την ολοκλήρωσή της, την οντολογική δικαίωσή της, στην ορθολογική πορεία του χρόνου.

Ας σταθούμε νηφάλιοι μπρος στα παρόντα για να μη θρηνήσουμε για τα επερχόμενα. Είναι καιρός οι λαλίστατοι σχολιαστές της ιστορίας του τόπου να γευθούν τον καρπό της σκεπτικής σιωπής: Μόνο αυτή επιτρέπει την αντικειμενική αξιολόγηση του παρελθόντος χωρίς αναίτιες αιτιάσεις και χωρίς άκαιρες θριαμβολογίες. 
Αυτό νομίζω αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει η ιστορία δυναμική αναφορά, μάθημα ζωής και όχι σύνθημα κούφιας αυταρέσκειας και ανόητης αυτάρκειας. Το πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού εξαρτάται όχι τόσο από την εικόνα του ιστορικού του είναι, όσο από την πλαστικότητα του ιστορικού του γίγνεσθαι. 

Ας θυμηθούμε ότι το πανάρχαιο χρέος ευθύνης, έτσι όπως το θεμελίωσαν μακραίωνη ιστορία και προγονική παράδοση, δεν αλλοτριώνεται με ηχηρά λόγια, ούτε πληρώνεται με παχυλές, απατηλές υποσχέσεις: Ευθύνη και εγρήγορση απαιτούν οι καιροί.
Κι έτσι η έρημη Ρωμιοσύνη θα πάψει να φοβάται άγρυπνους Εφιάλτες κι αφύλακτες κερκόπορτες.


Δεν υπάρχουν σχόλια: