Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Το νόημα της Πασχαλιάς

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, ζύγιαζε τ΄ αρχίδια του…
Ήθελα κι εγώ Μεγάλη Παρασκευή να μπω σ΄ ένα πνευματικό κλίμα. Να φύγω κάπως απ΄ την ανοίκεια απραξία του ανέργου και να αισθανθώ μέλος της κοινότητας.

Το΄ χα σκοπό για τον ταπεινό Άγιο Νικόλαο στην Πλάκα, αλλά σταμάτησε υποχρεωτικά το τραμ πάνω στην Βενιζέλου στη Νέα Σμύρνη στο ύψος της Αγίας Παρασκευής. Αναγκαστικά, κατέβηκα κι ακολούθησα την περιφορά. Τόσον κόσμο ο Τσίπρας κι ο Μητσοτάκης, ούτε στα όνειρά τους σκέφτηκα. Γιατί,
δεν θα εξημερωθεί ποτέ ο φόβος της έσχατης αλήθειας.

Κι άσε τους άλλους να λένε πως ό,τι σχετίζεται με την αιωνιότητα μετατρέπεται αναπόδραστα σε κοινό τόπο. Οι άνθρωποι αντιδρούν στην πεποίθηση πως όλα είναι μάταια. Δεν είναι κουφάρια που κατορθώνουν να βαδίσουν. Υψώνονται εκεί που δεν τους περιμένεις. Κι έχουν φρόνημα. Αρνούνται συγκινητικά να προδώσουν τις προσδοκίες τους, αφήνοντας ακόμα περιθώριο στις εκπλήξεις που θα αλλάξουν προς το καλύτερο τη ζωή τους.

Άναψα κι εγώ ένα κεράκι και βάδιζα τρικλίζοντας από το αλκοόλ πλάϊ σε αυτούς που μέσα από τις καθημερινές τους στάχτες ψάχνουνε τον λίγο παράδεισο που κρύβουνε μέσα τους. Δεν μας επιφυλάσσει συχνά η στεγνή ζωή αυτή που ζούμε πολλές δαψίλειες. Από την απελπισία μας κρεμιόμαστε λέω.

Κι ο αληθινός θάνατος, είναι ό,τι μας αποσπά από την θερμότητα των αισθήσεων και των σωμάτων ημών.

Άκουγα τα λόγια που τα΄ χω ξανακούσει πολλές φορές και φορές αμέτρητες και θυμόμουν τα μαύρα μου παπούτσια που τ΄ ασβέστωνε τέτοιες μέρες η μάννα μου για να΄ ναι άσπρα, τις ανελέητες μάχες που δίναμε στο καμπαναριό της ενορίας στην σκληρή Καλλιθέα πάνω στην σκαλωσιά με τους μεγαλύτερους για το ποιος θα χτυπάει πένθιμα την καμπάνα, καμιά ανάμνηση φυσικά για αγιοκλήματα και πασχαλιές, μόνο αργότερα αυτά, η καύλα των τρυφερών μηρών της Τασίας καταλήγοντας μέσα από τις βαρειές βυζαντινές σκιές στον Αη- Σωτήρα, ένας σκληρός κι επίφοβος πετροπόλεμος που συνεχίζεται μέσα στην γκλάβα μας ό,τι κι αν γίνει ακόμα και σήμερα κι ακόμα και σήμερα, η χαμογελαστή μορφή του αγαπημένου Πατέρα μου που προβάλει αέρινος με το λινό του κοστούμι ξέροντας ότι δεν του μένει και πολύς καιρός, μέσα απ΄ τις φτέρες, τελευταίο Πάσχα του΄70 στο Βίτσι, αείφιγοι και ακηδείς μεσ΄ σε κραιπάλες, και το διαρκές παράπονο της μάνας μου που μένει κι αυτό ακόμα και τώρα αναπάντητο: «καλά, δεν έχεις σπίτι να μαζευτείς εσύ ρε παιδάκι μου;».


Δεν υπάρχουν σχόλια: