Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2006

από την Άσπρη Λέξη (Επίμονα, αδιάκριτα ή ουδέτερα βλέμματα)

Βλέμμα
Η στροφή και προσήλωση των ματιών σε κάποιον ή κάτι και ο τρόπος με τον οποίο κοιτά κανείς, η έκφραση των ματιών του.
Ετυμολογείται από το ρήμα της αρχαίας βλέπω (= έχω την ικανότητα της όρασης, κοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου - την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι). Αξιοσημείωτη η παρατήρηση του Γ. Μπαμπινιώτη: Εν αντιθέσει με το συνώνυμο οράω, -ώ, που σήμαινε κυρίως «κοιτάζω, αντιλαμβάνομαι», το ρ. βλέπω είχε αρχικά τη σημασία «έχω την ικανότητα της οράσεως», ενώ αργότερα προσλαμβάνει και τη σημασία «κοιτάζω», αντικαθιστώντας έτσι το ορώ.
Από την ίδια ρίζα η βλεφαρίς και τό βλέφαρον.
Στην αρχαία ελληνική, τό βλέπος ή βλέμμα = η ματιά, το κοίταγμα, η έκφραση των οφθαλμών.

Ασκαρδαμυκτί

Αρχαιοπρεπές επίρρημα.
Σημασία: χωρίς να ανοιγοκλείνω τα μάτια, ατενώς. Παράγωγο του επιθέτου ασκαρδάμυκτος (= ο βλέπων ατενώς, μέ σταθερόν βλέμμα, ενίοτε καί αναιδές (Ιω. Σταματάτος) < α- στερητ. + σκαρδαμύσσω (= ανοιγοκλείνω τα μάτια).


Βλεφαρίζω
Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα, κουνώ τα βλέφαρα στέλνοντας - ερωτικά κυρίως - μηνύματα.
Το ρήμα, όπως σημειώνει ο Μ. Τριανταφυλλίδης, είναι ελληνιστικό και ετυμολογείται, όπως είναι προφανές, από το βλέφαρον της αρχαίας ελληνικής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη μεσαιωνική ελληνική η λέξη βλέφαρον χρησιμοποιείται και με τη σημασία του βλέμματος, της ματιάς (πβ. δεινόν . βλέφαρον Λίβ. Ν (Lamb.) 262.


Κοζάρω

Κοιτάζω κάποιον ή κάτι προσεκτικά, βλέπω, διακρίνω.
Το ρήμα σχηματίστηκε από το ουσ. κόζι με την προσθήκη της κατάληξης -άρω. Κόζι ονομάζεται σε ορισμένα χαρτοπαίγνια το ισχυρό φύλλο που νικάει τα υπόλοιπα (πβ. ατού), αλλά και το προσεκτικό κοίταγμα (κυρίως στη φράση κάνω κόζι ή παίρνω κόζι = παρακολουθώ, παίρνω μάτι, μπανίζω).
Η λέξη είναι τουρκική (<>

Δεν υπάρχουν σχόλια: