Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2006

από την Άσπρη Λέξη (Το εργαστήρι των λέξεων)

Φραμπαλάς ή φαρμπαλάς
Υφασμάτινη κυματοειδής λωρίδα που ράβεται σαν διακοσμητικό τελείωμα κυρίως σε φορέματα, ο ποδόγυρος.

Γαλλικής προέλευσης λέξη (<>


Τζάνερο
Το κορόμηλο.

Κατά την πιθανότερη εκδοχή ετυμολογείται από το τζανερίκι (= λέξη τουρκικής προέλευσης).

Η υπόθεση του Μ. Φιλήντα, ότι η λέξη σχηματίστηκε από τον τύπο *διάνερο (< διά + νερό = γεμάτο χυμούς), θεωρείται απίθανη.


Τεφτέρι
Σημειωματάριο, τετράδιο στο οποίο οι μπακάληδες έκαναν λογαριασμούς και σημείωναν τα βερεσέδια: κατάστιχο.
Αντιδάνεια λέξη: όψιμο μεσαιωνικό ουσιαστικό, από το τουρκικό defter, το οποίο προήλθε από το μεσαιωνικό διφθέριον, υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής διφθέρας (κατεργασμένο δέρμα, που το χρησιμοποιούσαν για να γράφουν πρό της εφευρέσεως του χάρτου).
Η χρησιμοποίηση της διφθέρας ως υλικού γραφής ήταν τόσο παλαιά ώστε έγινε και παροιμία: αρχαιοτέρα της διφθέρας λέγεις.

Ουτοπία
Χίμαιρα, όνειρο, φαντασία.
Η λέξη πλάστηκε το 1516 από τον Thomas More για το περίφημο ομώνυμο έργο του De insula Utopia (Περί της νήσου Ουτοπίας).
Σ' αυτό ο Άγγλος φιλόσοφος αφηγείται ότι κάποιος φανταστικός φίλος του έφτασε μαζί με τον Αμέρικο Βεσπούκι σ' ένα νησί, την Ουτοπία, τόπο κατοικίας σοφών και ευτυχισμένων ανθρώπων, που διοικούνταν με ένα υποδειγματικό σύστημα.
Η λέξη είναι λατινική και πλάστηκε από το ελληνικό ού τόπος (= ανύπαρκτος).
Έτσι, η Ουτοπία του Thomas More χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάθε προγενέστερη ή μεταγενέστερη χιμαιρική πολιτεία που παρουσιάζεται ως ιδεώδης (πβ. την ιδεώδη Πολιτεία του Πλάτωνα).

Μπουκάλι
Το μπουκάλι - και η μπουκάλα (μεγεθυντικό ουσ.) - είναι μεσαιωνικό αντιδάνειο.
Σχηματίστηκε από το ιταλ. boccale, εξέλιξη του λατ. baucalis, μεταγραφή στη λατινική του ουσ. της αρχαίας ελληνικής βαύκαλις (= χαλκούν ή πήλινον αγγείον πρός ψυχρασίαν του ύδατος ή του οίνου).

Δεν υπάρχουν σχόλια: