Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (Πτωχοπροδρομικά)

Θερμοδότης
Αυτός που έχει ως υπηρεσία να φέρνει ζεστό νερό και να το ρίχνει στα χέρια όσων έχουν τελειώσει το φαγητό τους για να νιφτούν.
Εκείνος εν λογαριαστής και συ είσαι θερμοδότης.
Προφανής η ετυμολογία της λέξης - που μαρτυρείται από τον 7ο αι.: ουσ. θερμόν + -δότης.

Προσχεράρης
Αυτός που κάνει χειρωνακτική εργασία, ο εργάτης.
Ο ποιητής εμφανιζόμενος ως πένης κληρικός, όταν απλώνει το χέρι για να ζητήσει βοήθεια, όλοι τον αποδιώχνουν και τον ονειδίζουν:
Αν δε πολλάκις άτυχης εκ τα γραμματικά σουέκβαλε τα παπαδικά και γένου προσχεράρης.

Εντεροχορδοπλύτης
Αυτός που πλένει εντόσθια ζώων, και - περιφρονητικά - ο ανάξιος άνθρωπος.
Γραμματικέ φιλόσοφε, εντεροχορδοπλύτα.
Λέξη πλαστή: έντερον + χορδή (= έντερο) + πλύτης (= o πλύνων).
Άλλωστε, χόρδευμα ονομάζεται το λουκάνικο και το ρήμα χορδεύω σημαίνει κάνω λουκάνικα (βλ. M.I.A.E. Schmidt's, Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης, επεξεργασθέν καί πλουτισθέν υπό Παναγ. Τζένου, Εν Αθήναις 1888).

Εκζεστόν
Το βραστό (εκ-ζεστόν).
Πρώτον διαβαίνει το εκζεστόν, ψησσόπουλον μπορδάτον.
Από το μτγν. επίθ. εκζεστός. Το ουδ. χρησιμοποιείται ως ουσ. τον 6ο αι.

Δοχειάριος
Ετυμολογία: δοχείον + -αριος.
Αναφέρεται σε μοναχό: αποθηκάριος - ιδίως τροφίμων.
Τον δε δοχειάρην τέταρτον είθ' ούτως ψιθυρίζει.
Εκείνος δοχειάριος, συ δε κρομμυδοφύλαξ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: