Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2006

Από τη Άσπρη Λέξη (Κυθηραϊκές λέξεις)

Ρετσέτα
Λέξη με δυτικές ρίζες: πβ. ιταλ. ricetta/ βενετ. receta.

Ιδιωματική σημασία: ιατρική συνταγή, σημείωμα, λογαριασμός: πβ. του 'κοψε ρετσέτα.

Η λέξη στον προφορικό λόγο - και συνήθως ειρωνικά - χρησιμοποιείται συχνά με τη σημασία «λεπτομερής κανόνας - οδηγία, που εφαρμόζεται κατά γράμμα, με τρόπο άκριτο και μηχανιστικό» (πβ. τυφλοσούρτης): Eδώ θέλει φαντασία και ευρηματικότητα, όχι έτοιμες ρετσέτες.


Μόδια (τα)
Είδος μέτρου δημητριακών.
Από το ελληνιστικό ουσ. μόδιος (= μέτρον ξηρών, ιδίως σιτηρών / αγγείον τοιαύτης χωρητικότητος / μέτρον μήκους ίσον πρός 200 οργυιάς).
Η λέξη χρησιμοποιείται επίσης στην λαϊκή ευχή των επισκεπτών ή διαβατών προς τον ιδιοκτήτη αλωνιού. Κατά την παράδοση, όταν ο αλωνιστής ξεκουράζεται στο αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι' αυτό το σκοπό, οι ξένοι που τυχαίνει να περάσουν, του εύχονται: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια».
Η λέξη χρησιμοποιείται και στην περίφημη μετάφραση της Οδύσσειας από τους Ν. Καζαντζάκη - Ιω. Κακριδή:
«Νένα, τις στάμνες, έλα, γέμισε κρασί γλυκό, και να 'ναι
απ' τα κρασιά μας το καλύτερο, μετά απ' αυτό που κρύβεις
για το θεϊκό Οδυσσέα, τον άμοιρο, με την ελπίδα πάντα
πως θα 'ρθει κάπουθε ξεφεύγοντας τις Λάμιες του θανάτου.
Να μου γεμίσεις στάμνες δώδεκα, να τις βουλώσεις όλες,
και σε δερμάτια κριθαράλευρο καλοραμμένα βάλε
είκοσι μόδια να 'ναι θα 'θελα καλαλεσμένο αλεύρι».

Ζάλο

Βήμα, βηματισμός, πήδημα. Επίσης: η πατημασία, το χνάρι (κυρίως στον πληθ.): επήρε τα ίδια ζάλα για να τον βρει.
Ετυμολογείται από το ουσ. της αρχαίας σάλος (= φουσκοθαλασσιά, κλυδωνισμός - ταρακούνημα του πλοίου λόγω θαλασσοταραχής).
Η λέξη χρησιμοποιείται στον Ερωτόκριτο: «Kι ωσά φεγγάρι λαμπυρός εφαίνετο στη μέση είς Kαβαλάρης, κ' ήρχετο την Tζόγια να κερδέσει, σ' ένα φαρί μαυρόψαρο, όμορφο και μεγάλο, πηδώντας και χλιμίζοντας ήκανε κάθε ζάλο».
Ζάλα ονομάζονται ακόμη τα βήματα του χορού: πβ. το περίφημο πεντοζάλι - όνομα που σύμφωνα με την παράδοση προέρχεται από τον «πέμπτο ζάλο», το πέμπτο «βήμα», δηλ. την πέμπτη κατά σειρά ευκαιρία - απόπειρα για απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους (: την πέμπτη επανάσταση των Κρητικών κατά το 1770).

Βαγιοκλαδίζω
Σύνθετη λέξη: βάγιο + κλαδί.
Σημασία: περιποιούμαι ιδιαιτέρως, εξαιρετικά.
Το ρήμα αρχικά αναφερόταν σε λουλούδια και δέντρα (όπως είναι φανερό από την ετυμολογία του) και μεταφορικά και κατ' επέκταση χρησιμοποιείται για άνθρωπο.

Ξενομπασάρης

Λαϊκής προέλευσης σύνθετο ουσ.: ξένα + εμπασάρης.
Σημασία: ο προερχόμενος από ξένο μέρος.
Ξενομπασάρης ονομάζεται επίσης ένας παλιός κρητικός χορός που χορευόταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60 στα ορεινά χωριά της Ιεράπετρας και στο Μιραμπέλλο. Έχει χορευτική μελωδία, είναι αργός και συρτός και συγγενεύει με το «Σιγανό» που χορεύεται σήμερα.
Οφείλει την ονομασία του στην μαντινάδα που λέγεται σύμφωνα με την παράδοση πρώτη κατά την εκτέλεσή του: «Ξενομπασαριάκι μου ξενομπασάρικό μου, σγουρό βασιλικάκι μου και να 'σουνε δικό μου». Γνωστός και με την ονομασία «Μανά» (από το «τσάκισμα», την επωδό «Για το Θεό, μανά μου!», που λέγεται ανάμεσα στις μαντινάδες).

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ξενομπασάρης

Και ξενομπάτης, όπως στη μαντινάδα του Ξυλούρη:

Αν δε σ' αρέσει χωριανός
Πάρ' έναν ξενομπάτη
να ξεγνοιαστούμενε κι εμείς
μια δεκαριά νομάτοι!