Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη

Ζαβαρακατρανέμια
Η λέξη έχει θεωρηθεί ότι περιέχει κρυπτογραφημένα μηνύματα και έχει επιχειρηθεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους και αναγραμματισμούς. Ωστόσο, πιθανότατα δεν έχει ορισμένη σημασία, καθώς δεν περιλαμβάνεται ανάμεσα στις «χαρτογραφημένες» ελληνικές λέξεις - έχει ωστόσο ισχυρό συμβολισμό.
Γραμμένο από τον Μαρκόπουλο και αποδομένο από τη δωρική φωνή του Ξυλούρη τα δύσκολα χρόνια της επταετίας, το Ζαβαρακατρανέμια εκφράζει την αντίθεση - αντίσταση των δημιουργών στη λογοκρισία της χούντας.
Η επιβίωσή του τόσα χρόνια μετά αποδεικνύει τη «μαγική» δύναμη του λόγου να συγκινεί - ανταμωμένος ασφαλώς με τη μελωδία - προσλαμβάνοντας νέα «σημαντική», πέρα από τις συνήθεις και κοινώς συμφωνημένες σημασίες.


Γκουβέρνο

Η διοίκηση, η εξουσία.
Βενετσιάνικη λέξη (governo, που προέρχεται από το λατινικό ρήμα guverno, -are = διοικώ). Η χρήση της σήμερα είναι περιορισμένη, καθώς κατά τη μετεπαναστατική περίοδο αντικαταστάθηκε από τους λόγιους που επιμελούνταν τον καθαρισμό και εμπλουτισμό του ελληνικού λεξιλογίου από την αρχαία ελληνική λέξη εξουσία (< ρ. έξεστι), η οποία και επικράτησε.


Ακροβυστία

Ανατομικός όρος: το άκρο της πόσθης (του δέρματος του πέους) που καλύπτει τη βάλανο, η ακροποσθία.
Λόγια λέξη, επιβίωση του ελληνιστικού ουσ. ακροβυστία. Η λ. απαντά για πρώτη φορά στην Παλαιά Διαθήκη, στην περίφημη μετάφραση των Εβδομήκοντα, για να αποδώσει το εβραϊκό arelah: καί περιτμηθήσεσθε τήν σάρκα της ακροβυστίας υμών - χωρίο που αναφέρεται στην περιτομή (< περι-τέμνω, -ομαι).


Γκιόσα

Γίδα ή προβατίνα μεγάλης ηλικίας που έπαψε να γεννά. Ο Μ. Τριανταφυλλίδης της αποδίδει φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: κατσίκα με μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά, άσπρη κοιλιά και άσπρες γραμμές στο πρόσωπο.
Μεταφορικά και υβριστικά χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει δύσμορφη ή δύστροπη γυναίκα προχωρημένης ηλικίας.
Ο Γ. Μπαμπινιώτης - ακολουθώντας τον Μ. Τριανταφυλλίδη - ετυμολογεί τη λέξη από το βλάχικο ghes(u), ενώ ο Ν. Ανδριώτης - ασπαζόμενος την πρόταση του G. Meyer - θεωρεί ότι προέρχεται από το σλαβικό kozje.


Φιοριτούρα

Συνήθως στον πληθ.: οτιδήποτε προστίθεται για καλλωπισμό -εξωραϊσμό, κυρίως διακοσμητικό σχέδιο. Ειδικότερα, η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως στον προφορικό λόγο με τη σημασία: τρόπος έκφρασης και συμπεριφοράς υπερβολικά περίτεχνος, «στολισμένος», εξεζητημένος: πβ. μίλα απλά χωρίς φιοριτούρες.
Στη μουσική φιοριτούρα είναι το στόλισμα, ο καλλωπισμός σε τραγούδι ή σε μουσικό κομμάτι.
Η λέξη είναι βέβαια ιταλική. Fioritura στα ιταλικά είναι η ανθοφορία (< λατ. flos, -oris = άνθος, λουλούδι), λέξη που μεταφέρθηκε στην ελληνική με μεταφορική σημασία - προφανώς από τις συνήθεις λουλουδάτες παραστάσεις των διακοσμητικών σχεδίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: