Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (λέξεις με λατινική καταγωγή)

Προβοκάτορας
Πρόσωπο που διεισδύει δολίως σε οργάνωση, διαδήλωση, πολιτική εκδήλωση κ.λπ. και δρα υπονομευτικά (Μπαμπινιώτης).
Προέρχεται από το νεώτερο ουσ. προβοκάτωρ - λατ. provocator (= ο προκαλούμενος εις μάχην, είδος μονομάχων), παράγωγο του ρήματος provoco (= προκαλώ, πβ. ελλην. ρ. προβοκάρω).

Καβαλάρης
Ο ιππέας, ο έφιππος (δηλ. ο επί του ίππου καθήμενος) αντικαταστάθηκε κυρίως σε λαϊκό - καθημερινό λόγο από το μεσαιωνικό ουσ. καβαλάριος/ -ης.
Η λέξη ετυμολογείται από το λατ. caballarius (= ιππέας, < caballus =" ίππος,">Ντούτσε
Ο αρχηγός, ο ηγέτης.
Περίφημο προσωνύμιο του Μπενίτο Μουσολίνι.
Ετυμολογείται από το ουσ. της λατινικής duc (γεν. ducis = στρατιωτικός ηγέτης, πολέμαρχος, ηγεμόνας, αρχηγός), παράγωγο του ρήματος duco (= ηγούμαι, οδηγώ).

Μπούκα
Στόμιο, σήραγγα, υπόνομος.
Μεσαιωνική λέξη, που προέρχεται από το δημώδες λατινικό ουσ. bucca (= στόμα, στόμιο, είσοδος), που αντικατέστησε το κλασικό os (γεν. oris).


Μισεύω

Ξενιτεύομαι, αποδημώ, εκπατρίζομαι.
Μεσαιωνική λέξη (βλ. μισσεύω, μίσσα = η λήξη της λειτουργίας) - που χρησιμοποιείται περισσότερο σε λαϊκό και λογοτεχνικό λόγο.
Κατάγεται από το λατ. missum, τύπο του ρήματος mitto (= στέλνω, ρίχνω).
Παράγωγο ουσ. ο μισεμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: