Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (..των εκλογών )

Ρουσφέτι
Χαριστική παροχή ή εξυπηρέτηση, που προσφέρει πολιτικός σε ψηφοφόρους με αντάλλαγμα την εύνοιά τους, την υποστήριξή τους ή πολιτικό, οικονομικό κτλ. όφελος (Μ.Τριανταφυλλίδης).
Αναμφισβήτητης τουρκικής προέλευσης και η έννοια και η πολιτική πρακτική (<>

Δημογέροντες

Αιρετοί τοπικοί άρχοντες στις αυτοδιοικούμενες χριστιανικές κοινότητες κατά την Tουρκοκρατία.
Λόγια λέξη με αρχαιοελληνικές καταβολές: δημογέρων (< δήμος + γέρων) ονομαζόταν ο γεροντότερος του δήμου, του λαού. Ήδη στην ομηρική Ιλιάδα η λέξη δηλώνει τον άρχοντα, τον ηγεμόνα. Οι κοινοτικοί άρχοντες λέγονταν επίσης απλά γέροντες, προεστοί (< αρχ. προεστώς, μετοχή παρακειμένου του ρ. προΐσταμαι) ή (από τους Τούρκους: kocabasi) κοτζαμπάσηδες.

Ψηφοδέλτιο

Λόγια λέξη που μαρτυρείται από το 1838. Αποτελεί απόδοση του αγγλικού ballot paper.
Από το 1844 και για ογδόντα χρόνια περίπου οι Έλληνες ψηφοφόροι δεν χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια, για να ψηφίσουν τους κυβερνήτες τους, αλλά «σφαιρίδια», δηλ. μικρές σφαίρες από μολύβι. Σε κάθε υποψήφιο αντιστοιχούσε μία κάλπη χωρισμένη στα δύο και ο ψηφοφόρος καλούνταν να ρίξει το σφαιρίδιο ανάλογα με την προτίμησή του, στη δεξιά πλευρά της ψηφοδόχου, που εξωτερικά ήταν βαμμένη λευκή, ή στην αριστερή, που εξωτερικά ήταν βαμμένη μαύρη. Αν το σφαιρίδιο έπεφτε στη δεξιά πλευρά, η ψήφος ήταν θετική, αν έπεφτε στην αριστερή, η ψήφος ήταν αρνητική. Με τον τρόπο αυτόν οι εκλογείς μπορούσαν να ικανοποιήσουν όλες τις πλευρές, αφού είχαν τη δυνατότητα να «ασπρίσουν» όλους τους υποψηφίους όλων των κομμάτων. Και, βέβαια, το αντίθετο: να τους «μαυρίσουν». Οι παροιμιώδεις εκφράσεις «έφαγε μαύρο» και «τον μαύρισα» σχετίζονται με τη χρήση των σφαιριδίων κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας.
Συχνά ήταν τέτοιος ο φανατισμός, που πολλοί ψηφοφόροι - που προφανώς είχαν λόγους να «φαίνεται» η ψήφος τους - το «έριχναν δαγκωτό», δηλ. δάγκωναν το σφαιρίδιο δυνατά πριν το ρίξουν στην κάλπη.
Αν και το Σύνταγμα του 1911 κατάργησε τα σφαιρίδια, αυτά χρησιμοποιήθηκαν και στις εκλογές του Μαρτίου 1912, ενώ διατηρήθηκαν έως και τις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Τα χάρτινα ψηφοδέλτια χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1912 στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές. Με χάρτινο ψηφοδέλτιο έγιναν το 1920 οι εκλογές στη Θράκη και στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Το 1923 έγιναν βουλευτικές εκλογές με χάρτινο ψηφοδέλτιο στις «Νέες Χώρες» (δηλ. στις περιοχές που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί), στην Αθήνα και τον Πειραιά.
Παλιότερα τα ψηφοδέλτια δεν τα τύπωνε το κράτος αλλά οι ίδιοι οι υποψήφιοι ή τα κόμματα: έγραφαν καθαρά το όνομά τους σε τυποποιημένα κομμάτια χαρτιού, τα οποία παρέδιδαν στα εκλογικά τμήματα.


Νομός - νομάρχης

Νομός (από το ρήμα νέμω = μοιράζω, διανέμω) ονομαζόταν αρχικά ο τόπος πρός νομήν, δηλ. το βοσκοτόπι, και έπειτα ο τόπος διαμονής, η περιοχή, η επικράτεια. Ειδικότερα, νομοί ονομάζονταν στην αρχαία Αίγυπτο τα τμήματα της χώρας τα οποία ορίζονταν από διώρυγες. Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί τη λέξη για να δηλώσει τις σατραπείες της Βαβυλωνιακής και Περσικής μοναρχίας καθώς και τις τοπαρχίες της Σκυθίας.
Νομάρχης, λοιπόν, είναι ο άρχων του νομού, κυρίως στο αρχαίο Αιγυπτιακό και Σκυθικό κράτος. Κατά τον Ησύχιο νομάρχαι ονομάζονταν οι κατά τέλη της χώρας αρχοντες παρ' Αιγυπτίοις.
Από την ίδια ρίζα προέρχεται ο νόμος (= η κανονιστική αρχή του δικαίου), το ρήμα νομίζω, ο νομάς (= ο περιπλανώμενος βοσκός) και το νόμισμα.

Δήμος - δήμαρχος
Ο δήμος είναι μυκηναϊκή λέξη, με πολιτικό άρωμα. Στον Όμηρο η λέξη δήμος αναφέρεται στους κατοίκους μιας περιοχής και μάλιστα στους ισχυρούς γαιοκτήμονες, που ασκούσαν την εξουσία.
Στις δημοκρατικές πόλεις, και κυρίως στην Αθήνα, η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλώσει το λαό, τους ελεύθερους πολίτες και κατ' επέκταση το πολίτευμα που στηρίζεται στο λαό, τη δημοκρατία (< δήμος + κράτος/κρατέω,-ώ). Ειδικότερα, δήμοι ονομάζονταν στην αρχαία Αθήνα αι κατά μέρος κοινότητες, δηλ. οι 100 αρχικά και στη συνέχεια 174 «αστικές περιφέρειες» που αντιστοιχούσαν σε υποδιαιρέσεις των περίφημων 10 φυλών. Δήμαρχος λοιπόν ήταν ο άρχων του δήμου (< δήμος + άρχω = εξουσιάζω), δηλ. ο προϊστάμενος ενός δήμου ή κοινότητας, ο οποίος διηύθυνε τις υποθέσεις του, τηρούσε τους καταλόγους, όριζε τους φόρους και εισέπραττε τα χρέη. Στους Ρωμαίους αντίστοιχο αξίωμα είναι ο tribunus (plebis), στο οποίο έχει την αφετηρία της και η σημερινή χρήση της λέξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: