Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (Λέξεις που συχνά προφέρονται ή γράφονται λανθασμένα )

Γενεαλογικός
Μεταγενέστερο επίθετο (= εις τήν γενεαλογίαν ανήκων), παράγωγο του αρχ. ουσ. γενεαλογία, που σχηματίστηκε με την προσθήκη του λεξικού επιθήματος -λογία στο ουσ. γενεά (= η επιστημονική - συστηματική καταγραφή της χρονικής διαδοχής των γενεών σε κατάλογο).

Ακατονόμαστος
Αυτός που δεν είναι επιτρεπτό να κατονομαστεί, ο αχαρακτήριστος, ο επαίσχυντος, ο τρομερός (αρχική σημασία: ο μή ωνομασμένος, μή έχων όνομα).
Μεταγενέστερο σύνθετο επίθετο (< α- στερητ. + κατ-ονομάζω).


Τα χρειώδη

Τα απαραίτητα, τα αναγκαία.
Πληθ. ουδ. γένους του μεταγενέστερου τριτόκλιτου και δικατάληκτου επιθέτου χρειώδης, -ες (< αρχ. ουσ. χρεία = ανάγκη + παραγωγικό επίθημα -ώδης).


Υποθηκοφυλακείο

Η λέξη - που μαρτυρείται από το 1871 - σχηματίστηκε με το παραγωγικό επίθημα -ειο, με την προσθήκη του οποίου γενικά παράγονται ουδέτερα ουσιαστικά που δηλώνουν τόπο και συνεκδοχικά την αρχή ή υπηρεσία που στεγάζεται στο συγκεκριμένο μέρος (π.χ. ραφείο, ιατρείο, κουρείο, ζαχαροπλαστείο, δασαρχείο.).
Ειδικότερα, για το σχηματισμό σύνθετων ουσιαστικών που δηλώνουν το μέρος, το χώρο όπου «φυλάσσεται» κάτι, χρησιμοποιείται ως δεύτερο συνθετικό είτε το μεταγενέστερο ουσ. φυλακείον (πβ. υποθηκοφυλακείο) είτε το - επίσης μεταγενέστερο - ουσ. φυλάκιον (πβ. θησαυροφυλάκιο, χαρτοφυλάκιο, οστεοφυλάκιο).


Τα συμπαρομαρτούντα

Τα παρεπόμενα, όσα επακολουθούν ως φυσικά επακόλουθα, ως συνέπειες.
Πρόκειται για μετοχικό τύπο του αρχαίο ρήματος συμπαρομαρτέω, -ώ (< σύν + παρά + αμαρτώ = παρέπομαι, συμπαρακολουθώ, συνοδεύω, συνακολουθώ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: