Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Aς πάμε παρακάτω

"Στο Μαλιμάδι τους χτυπούσαμε με ο,τι είχαμε! Αλλά δε τους σκοτώσαμε εμείς...Τους σκότωναν οι πέτρες".
"Πως ήτανε;" ρώτησα μόνο...
"Σπουδαίοι πολεμιστές! Νέα παιδιά ήτανε...Κρατιόντουσαν απ΄το τίποτα!".

4 σχόλια:

Γιώργος Χατζηδημητρίου είπε...

Αυτοσχέδιο
Για μη με κρένεις μάννα
που είμαι στο Όρλοβο
Κι αν βλέπω το Μοράβα
κλαίω για το Λέχοβο

kukuzelis είπε...

Τι κατάλαβα με τη βοήθεια του Google και του Google Earth (φοβερά εργαλεία):

Μη με (κατα)κρίνεις μάνα που βρίσκομαι ψηλά στο Μαλιμάδι (αλλιώς Όρλοβο). Kι αν κοιτάω προς τον βορρά (τον Μοράβα) εγώ κλαίω για έναν τόπο που βρίσκεται στον νότο (το Λέχοβο).

Το καθαρά ιστορικό μέρος θα μας το πείτε εσείς κύριε Χατζηδημητρίου, αν θέλετε εννοείται. Και την εθνικότητα των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσα, υποθέτω, να τα βρω αλλά θα χρειαστεί καιρός και κόπος.

Ελπίζω να έχω σημειώσει σωστά τις τοποθεσίες σε έναν χάρτη που "έφτιαξα".

Ψάχνοντας βρήκα μια ιστορία, η οποία μάλλον είναι κοινός τόπος στα μέρη σας. Την προσθέτω γιατί φωτίζει εμάς τους υπόλοιπους για το τι εστί Μαλιμάδι. Αναδημοσιεύτηκε από το ΕΘΝΟΣ στον Ριζοσπάστη (κατά τα φαινόμενα):

"Μια οικογένεια Αλβανών λαθρομεταναστών [...] αποφάσισαν να περάσουν στην Ελλάδα καταχείμωνο, διασχίζοντας πεζή τα χιονισμένα βουνά έχοντας μάλιστα μαζί τους δύο παιδιά 2,5 και 3,5 χρόνων καθώς και δύο γυναίκες από τις οποίες η μία [ήταν σ]τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Οι 7 Αλβανοί έπεσαν σε σφοδρή χιονοθύελλα και εγκλωβίστηκαν σε ύψος 1.300 μέτρων στο όρος Μαλιμάδι της Καστοριάς, με το ύψος του χιονιού να φτάνει το μισό μέτρο και την πυκνή ομίχλη να μην επιτρέπει ορατότητα άνω των 5 μέτρων (...) χρειάστηκε μια πολύωρη επιχείρηση (...) για να αποτραπεί μια ανθρώπινη τραγωδία."

Χάρηκα πολύ που την "πολύωρη επιχείρηση" την οργάνωσαν οι Ελληνικές Αρχές. Αιστάνθηκα κάπως περήφανος.
*

Γιώργος Χατζηδημητρίου είπε...

Γειασάν ρε Κουκουζέλη! Παντιέρα η καρδιά!..
Θα σου πω τώρα μια μικρή ιστορία με μαστόρους...
Είχανε καλέσει κάποτε τον παπού μου τον Βαγγέλη, πετρά μάστορα απο το Λέχοβο, θα σου ιστορήσω καμμιά φορά πόσο καλός και μετρημένος άνθρωπος υπήρξε, σ΄ ένα γάμο στα Μπίτολα. "Πες μας ρε Βαγγέλη ένα τραγούδι" τον παρακίνησε το αφεντικό, όπου του΄ χτισε το σπίτι. Ξεκινάει ο πάππος μου ένα τραγούδι λυπητερό που μίλησε στη βαρειά σέρβική ψυχή κι αρχίνησαν όλοι να κλαίνε. Για χαρακώματα έλεγε και για αίμα...Για χαμένες μάχες. Δεν έμεινε ψυχή ασυγκίνητη.
"Αμάν ρε Βαγγέλη!" του λέει ο πατέρας του γαμπρού που τον είχε καλέσει "Σε χαρά είμαστε...".
Αυτουνού του παππού είμα εγγόνι!
Μιλούσε άπταιστα ελληνικά, αρβανίτικα, σλάβικα και τούρκικα γιατί έτσι ήτανε η γειτονιά. Άλλως δεν θα μπορούσε να βγάλλει μεροκάματο...
Όταν χρειάστηκε, πολέμησε εφτά χρόνια φαντάρος. Βαλκανικούς και Μικρασία. Σμύρνη, Σαγγάριος, Αφιόν Καραχισάρ!¨" Με τον συνταγματάρχη Σουμπασάκο!"...Μ΄ αυτούς που φτάσανε κάτι χιλιόμετρα έξω απ΄ την Άγκυρα και τους χάλασε ο λεγόμενος "διχασμός". Γύρισε πίσω Βενιζελικός. Με τρία παράσημα ανδρείας! Το πρώτο στην προέλαση...Τα άλλα δυό στην υποχώρηση, εκεί, όπου φανήκανε οι μάγκες!!! Με τον Πλαστήρα, γυρίσανε πίσω... Άνδρες ηττημένοι, αλλά αξιοπρεπείς! Όχι σμάρι...Όρθοί! Σου τα λέω εγώ γιατί αυτός ποτές δεν καμώθηκε...
Τουδωσε η "Πατρίδα" εις "'ενδειξιν ευγνωμοσύνης" δυό στρέμματα στο διπλανό Βαλτόνερο-όνομα και πράμα. Μισό τσουβάλι αλεύρι το ετήσιο νοίκι. Το΄χω δει με τα μάτια μου. Επί Χούντας πήγανε να του τα φάνε κι αυτά. Δεν αντέδρασε...Τύλιξε τα παράσημά του σ΄ενα μαντήλι και πήγε στο Αμύνταιο. Στάθηκε μπροστά στον δικαστή και του λέει "μ΄ αυτά εδώ τα μέταλλα, στεφανώνει η Μητέρα- Πατρίδα στο πεδίο της τιμής τους ήρωες. Πάρτε τα πίσω και πάρτε πίσω και το χωράφι".
Γύρισε στο χωριό αμίλητος.Κι ούτε που στάθηκε ν΄ ακούσει τον αγαθό Ειρονοδίκη που συγκινημένος τον είχε πάρει στο κατόπι και του φώναζε "γύρνα πίσω Κυρ΄ Βαγγέλη! Όσο είμαι εγώ εδώ δε σου κλέβει κανένας το δίκηο!". Ήξερε ο παπούλης μου. Γι΄ αυτό τα μούντζωσε κι έφυγε στη Γαλλία και θάμπωσε μετά τη γιαγιά μου τη Φωτεινή...

Γιώργος Χατζηδημητρίου είπε...

Υστερόγραφο: Εξαιρετικός ο χάρτης σου Κουκουζέλη!
Βάλε με το μυαλό σου πως γίνηκε και αυτοί οι ανθρώποι, αποδεκατισμένοι και χωρίς ελπίδα, περάσανε μετά στο Βίτσι. Που μπορεί να οδηγήσει η απόγνωση;
Έχω ένα πρώτον ξάδερφο σκιέρ στο βουνό και του πηγαίνω κάθε χειμώνα τα παιδάκια μου και διασκεδάζουν.
Κάθομαι πίνοντας και τα βλέπω και μου΄ ρχεται στο νου η κουβέντα αυτού του Κ. Παπαγιώργη που ο γαμημένος έχει πει οτι "στο σημείο απ΄ όπου γκρεμίζεται ένας Αιγαίας, η κοινωνία του θεάματος, στήνει έναν βατήρα καταδύσεων"!