Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2005

λέξεις

από την "άσπρη λέξη" (ενημέρωση 24/12)

Συνονθύλευμα
Αρχική σημασία: παραγέμισμα.
Κύρια σημασία: συσσώρευση, συγκέντρωση ανόμοιων, ετερόκλιτων πραγμάτων. Συνώνυμη λέξη: σύμφυρμα.
Λόγια νεώτερη λέξη (μέσα 19ου αι.) ετυμολογείται από το ρήμα συνονθυλεύω (< σύν + ονθυλεύω = παραγεμίζω - κυρίως με κρέας) = παραγεμίζω, συρράπτω, συμπιλώ. Επιδαψιλεύω
Σημασία: παρέχω (σε κάποιον κάτι) πλουσιοπάροχα, με αφθονία.
Λόγια λέξη. Πρόκειται για ρήμα της αρχαίας ελληνικής (επιδαψιλεύομαι: αποθετικό ρ. = δίδω προσέτι, πλουσιοπαρόχως σπαταλώ, διασπαθίζω/ σπαν. το ενεργητ. επιδαψιλεύω, με σημασία αμετάβατου ρ. = ειμί εν αφθονία ) < επί + δαψιλεύω < επίθ. δαψιλής = άφθονος, πλούσιος.


Επαμφοτερίζω
Σημασία: κλίνω άλλοτε προς το ένα και άλλοτε προς το άλλο μέρος, αμφιταλαντεύομαι, αμφιρρέπω.
Ρήμα της αρχαίας: επαμφοτερίζω (= ίσταμαι εν τω μέσω, μετέχω δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων/ αμφιβάλλω/ κλίνω ποτέ μέν πρός τήν μίαν, ποτέ δέ πρός τήν άλλην πολιτικήν μερίδα/ είμαι ουδέτερος/ εκλαμβάνομαι διττώς) < επί + -αμφοτερίζω < επιμεριστική αντωνυμία αμφότεροι (= και ο ένας και ο άλλος).


Δοκησίσοφος
Ο κατά φαντασίαν σοφός, ο μωρόσοφος o οιηματίας (< οίημα = γνώμη, έπαρση < οίομαι = νομίζω), ο επηρμένος διά τάς γνώσεις του. Σύνθετη λέξη της αρχαίας ελληνικής: δόκησις [ = γνώμη, πίστη, δοξασία < δοκέω, -ώ = νομίζω, φαντάζομαι φαίνομαι, θεωρούμαι] + σοφός.


Αλαφροήσκιωτος και ελαφροήσκιωτος
O έχων ελαφράν τήν σκιάν αυτός που, κατά τη λαϊκή παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες, έχει την ικανότητα, το χάρισμα, να διακρίνει μη αισθητά όντα (αόρατες δυνάμεις: στοιχειά, φαντάσματα, ξωτικά, ήσκιους κ.τ.ο.).
Σύνθετη λέξη από το επίθ. ελαφρός/αλαφρός και το ουσ. ήσκιος.
Αλαφροήσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες
(Δ.Σολωμός, ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Γ΄)

Μπιρίμπα
Όνομα χαρτοπαιγνίου με ιταλικές καταβολές.
Κατά τον Μ. Τριανταφυλλίδη η λέξη πιθανότατα προέρχεται από την ιταλ. (βόρ. διάλ.) biribara (= ανακατωσούρα, όνομα παιχνιδιού) ή από το επίσης ιταλ. biribisso (= λοταρία).
Ενδιαφέρουσα η ετυμολογία της τελευταίας, η οποία είναι σύνθετη λέξη: bir- (< λατ. bis = δίς, δυο φορές) + abisso (< λατ. abyssus < αρχ. ελλ. άβυσσος).


Πρέφα
Παιχνίδι Ρώσικης προέλευσης - που παίζεται με τριάντα δύο τραπουλόχαρτα, αφού αφαιρέσουμε από την τράπουλα όλα τα μικρά φύλλα μέχρι το έξι εκτός τους άσσους - το οποίο παλαιότερα δοξάστηκε στα καφενεία της Ελλάδας, ιδιαίτερα της επαρχίας. Η λέξη ωστόσο είναι Γαλλική, συγκεκομμένος τύπος του preference (= προτίμηση).Οι πολύπλοκοι κανόνες του το καθιστούν δύσκολο παιχνίδι, «εγκεφαλικό».
Έτσι, ο λαός, όταν κάποιος δεν καταλαβαίνει κάτι, δεν το «μυρίζεται», λέει «δεν (το) πήρε πρέφα».

Κολτσίνα ή κοντσίνα ή κολιτσίνα
Από τα πιο απλά και «αθώα» παιγνίδια της τράπουλας, βασιλιάς των ανά την επικράτεια καφενείων! Το παιγνίδι είναι μάλλον Ρώσικης προέλευσης. Παίζεται με όλα τα φύλλα της τράπουλας, συμμετέχουν δυο ή τέσσερεις παίχτες και στην πιο απλή μορφή του οι πόντοι που προσπαθεί να συγκεντρώσει κάθε παίχτης είναι πέντε. Δυο παίρνει όποιος έχει πάνω από είκοσι έξι φύλλα, ένα πόντο όποιος έχει τα περισσότερα σπαθιά, ένα πόντο όποιος έχει το δύο σπαθί και ένα πόντο o κάτοχος του δέκα καρώ.
Η λέξη ετυμολογείται από το βενετ. concina.

Πόκερ
Αβέβαιη η καταγωγή - τόσο του παιχνιδιού, όσο και της λέξης.
Κατά την επικρατέστερη θεωρία, το πόκερ γεννήθηκε στην Κίνα γύρω στο 900 μ.Χ., πιθανότατα ως παραλλαγή του Κινέζικου «ντόμινο». Πιστεύεται ότι πρόδρομος του σύγχρονου πόκερ υπήρξε το «poque», ένα «σκληρό» Γαλλικό χαρτοπαίγνιο με «χτυπήματα», πονταρίσματα και έντονο το στοιχείο της μπλόφας. Στη συνέχεια το παιχνίδι μεταναστεύει στην Αμερική, όπου και αναφέρεται αρχικά ως πόκερ. Στα πρώτα του βήματα παιζόταν με είκοσι φύλλα, συμμετείχαν από δύο έως τέσσερις παίκτες, και στον καθένα μοιράζονταν πέντε φύλλα. Πολύ γρήγορα απέκτησε τη φήμη του «παιχνιδιού των χαρτοκλεφτών» στα ποταμόπλοια του Μισσισσιππή.
Ωστόσο, το πόκερ εξαπλώθηκε ραγδαία στην Αμερική, όπου κι έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες παραλλαγές του. Με τα χρόνια εξελίχθηκε, και από παιχνίδι των περιθωριακών - για πολλά χρόνια ήταν απαγορευμένο - έγινε διάσημο και μπήκε στα σαλόνια των καζίνο όλου του κόσμου.

Απαντοχή
Μεσαιωνική λέξη: η υπομονή, η ελπίδα.
Παράγωγο ουσ. του, επίσης μεσαιωνικού, ρήματος απαντέχω, που, κατά τον Γ. Χατζιδάκι, προέρχεται από το υπαντέχω της αρχαίας.

Εχεμύθεια
Από το ελληνιστικό εχεμυθία (= σιωπή, σιγή, κυρίως στη διδασκαλία των Πυθαγορείων), παράγωγο του μεταγενέστερου επιθέτου εχέμυθος (σύνθετη λέξη που πιθανώς απηχεί την Ομηρική προτροπή «αλλ' έχετ' εν φρεσί μύθον») ή του αρχαιότερου ρήματος εχεμυθέω, -ώ (< έχω + μύθος = λόγος, ομιλία). Αντίθετα: ακριτομυθία, αθυροστομία, αθυρογλωσσία.


Κατσηφάρα
Η λέξη επιβιώνει ως ιδιωματισμός: η ομίχλη.
Μεγεθυντικό του ουσ. κατσηφιά, το οποίο ετυμολογείται από το επίθ. κατσηφός, που προέρχεται από το αρχαίο κατηφής (= με το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω, θλιμμένος, σκυθρωπός, άκεφος).

Κατσούλα
Η σκούφια. Πιθανώς ετυμολογείται από το ρουμαν. caciula. Κατά τον Δ. Γεωργακόπουλο, προέρχεται από το μεσαιωνικό κασούλα, λέξη που ετυμολογείται από το λατ. casula (= καλύβιον, οικίσκος, τάφος). Το γνωστότερο κατσούλι, το γατάκι, ετυμολογείται από το κατσί(ο)ν, υποκοριστικό του μεσαιωνικού κάτα (= γάτα).

Νάμα
Τρεχούμενο νερό, πηγή (κυριολεκτικά ή μεταφορικά: ο,τιδήποτε εμπεριέχει αναζωογονητική δύναμη - συν. στον πληθ.), κόκκινο κρασί για τη λειτουργία (νάμα ή ανάμα).
Λέξη της αρχαίας ελληνικής (νάμα = υγρό, παν τό ρέον ύδωρ, ποταμός, πηγή), παράγωγο του ρήματος νάω (= ρέω, τρέχω).

Πάγος
Ουσ. της αρχαίας ελληνικής, παράγωγο του ρήματος πήγνυμι (= καρφώνω, στερεώνω, προσηλώνω): παν τό πεπηγός, τό απολύτως στερεόν, κορυφή όρους, βράχος, βραχώδης λόφος (πβ. Άρειος Πάγος).
Πάγοι: αι εξοχαί των πετρών καί των ορών (Λεξικόν Σουΐδα).
Η σημερινή σημασία (: πηγμένο - παγωμένο νερό) είναι μεσαιωνική.

Παξιμάδι
Μεσν. (α)παξιμάδιον < μεταγν. παξαμάδιον < παξαμάς (= φρυγανισμένο ψωμί, δίπυρος άρτος: Λεξικό Σουΐδα). Το τελευταίο πιθανότατα ετυμολογείται από τον Πάξαμο, συγγραφέα βιβλίου μαγειρικής του 1ου αι. μ.Χ. (βλ. Λεξικόν Σκαρλάτου του Βυζαντίου: ίσως από του Παξάμου, όστις κατά τόν Σουΐδαν έγραψεν οψαρτυτικά κατά στοιχείον).


Σαρδέλ(λ)α
Μεσαιωνική λέξη με ιταλική προέλευση (sardella).
Οι ρίζες ωστόσο της σαρδέλ(λ)ας (πβ. αρχ. σαρδίνη ή σαρδίνος) φαίνεται πως βρίσκονται στη Σαρδηνία (ιταλ. Sardegna), στις ακτές της οποίας αλιεύονταν ποσότητες του ψαριού.

Συντέλεια
Αρχική σημασία: κοινή συνεισφορά υπέρ των δημοσίων αναγκών, σύνδεσμος πόλεων εχουσών εν κοινόν ταμείον, από κοινού ενέργεια (< συντελής = ο από κοινού τελών, πληρώνων φόρους, συνεργών). Στη μεταγενέστερη ελληνική η λέξη δήλωνε τη συμπλήρωση ενός χρονικού διαστήματος και τον τερματισμό του, την τελική του περίοδο (πβ. Κ.Δ. συντέλεια του αιώνος), χρήση από την οποία προέκυψε η σημερινή σημασία (πβ. συντέλεια του κόσμου).


Φαλκιδεύω
Υποσκάπτω, υπονομεύω.
Από το ρωμαϊκό Φαλκίδειο νόμο (lex Falcidia), που θεσπίστηκε από το Ρωμαίο δήμαρχο Falcidius. Ο νόμος προέβλεπε πως κάποιος μπορούσε να διαθέσει τα τρία τέταρτα της περιουσίας του όπως επιθυμούσε αλλά το ένα τέταρτο θα έπρεπε να το δώσει στους κληρονόμους του.

Φιλία
Λέξη της αρχαίας ελληνικής, απαντά για πρώτη φορά στον ποιητή Θέογνι (πιθ. 1ο μισό του 6ου αι. π.Χ.). Δηλώνει, γενικά, τη φιλική αγάπη, σε αντίθεση προς τον έρωτα, που προϋποθέτει σαρκική έλξη.
Σύντομη εξέταση χωρίων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας μας δείχνει ότι η λέξη χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ θεών και ανθρώπων, το δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ συγγενών - μελών της οικογένειας, εκφράζει την αγάπη και αφοσίωση κατωτέρων προς ανωτέρους, αλλά συνηθέστερα χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη φιλική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ομοίων.
Ανάγεται σε αρχικό θέμα φιλ-, από το οποίο προέκυψαν το φιλέω, -ώ (= αγαπώ) και ο φίλος (= αγαπητός, προσφιλής, ευνοϊκός, τερπνός), παράγωγο του οποίου είναι η φιλία. Άξιο σημείωσης το γεγονός ότι η λέξη φίλος δήλωνε αρχικά την ένταξη στην ίδια κοινωνική ομάδα, καθώς και τη σχέση που αναπτυσσόταν έπειτα από φιλοξενία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: