Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2006

Από την Άσπρη Λέξη (ρήματα με ιστορία)

Νιώθω
Μεσαιωνικό ρήμα αβέβαιης ετυμολογίας.
Κατά τον Μ. Φιλήντα, σχηματίστηκε από το μεσαιωνικό γνώθω, το οποίο προήλθε από το έγνωσα, αόριστο του ρήματος γιγνώσκω.
Κατά τον Γ. Χατζιδάκι ετυμολογείται από το έννοιωσα, αόριστο του *εννοιώ, ρήματος που σχηματίστηκε από το ουσ. έννοια. Σε αυτή την ετυμολογική προσέγγιση στηρίζεται η συνήθης ορθογραφία με οι (νοιώθω).
Κατ' άλλη εκδοχή η λέξη έχει την αφετηρία της στον μεσαιωνικό αόριστο ένιωσα, που προέρχεται από το αρχαίο ενόησα του ρήματος νοώ.


Μαργώνω

Σημασίες: παγώνω, μουδιάζω.
Μεσαιωνικό ρήμα αβέβαιης ετυμολογίας.
Κατά τον Αδ. Κοραή και τον Γ.Χατζιδάκι προέρχεται ίσως από το σπάνιο αρχαίο ρήμα μαργάω, -ώ (= μαίνομαι, φέρομαι ως μανιακός), από το οποίο σχηματίστηκε το επίθετο μάργος (= μαινόμενος, λυσσαλέος, λαίμαργος, άπληστος).
Κατ' άλλη άποψη ετυμολογείται από το *αίμαργώνω (< αίμα + αργώ), με τη σημασία παύει να κυκλοφορεί το αίμα μου.


Σιχαίνομαι

Από το ελληνιστικό σικχαίνω/σικχαίνομαι (= αηδίαν ή δυσαρέσκειαν ή κόρον αισθάνομαι πρός τι πρόσωπον ή πράγμα, βδελύττομαι).
Το ρήμα συνδέεται ετυμολογικά με το επίθετο σικχός. Στην αρχαία ελληνική σικχός λεγόταν αυτός που αηδίαζε κάτι, ιδίως τροφές, και επομένως ο «μίζερος» (αντίθετο του πάμφαγος). Στα Ηθικά ο Πλούταρχος γράφει: οι δέ σικχοί άρτον καί οίνον προσφερόμενον ναυτιώσιν.
Όμοια προέλευση έχουν το σίχαμα (< σιχαίνομαι + κατάλ. -μα), η σιχασιά (< μεσαιωνικό σιχασία < μεταγενέστερο σικχασία), η σιχαμάρα (με επίθημα -άρα: πβ. φαγωμάρα) και το όψιμο μεσαιωνικό επίθετο σιχαμερός.
Λαχανιάζω
Σημασία: αναπνέω γρήγορα με ανοιχτό το στόμα, κοντανασαίνω, ασθμαίνω.
Το ρήμα ανάγεται στο αρχαίο αναχάσκω ή αναχαίνω (= ανοίγω το στόμα). Από την υποτακτική του αορίστου αναχάνω σχηματίστηκε το μεσαιωνικό αναχανιάζω (από το οποίο το λαχανιάζω με ανομοίωση, δηλαδή τροπή του ν σε λ επειδή στην ίδια λέξη υπάρχει και άλλος όμοιος φθόγγος).


Μαγαρίζω

Κατά τον Γ. Χατζιδάκι η λέξη προέρχεται από τα Μάγαρα (μεσαιωνική ονομασία των Μεγάρων), διότι εκεί κατασκεύαζαν αγγεία «ειδικής χρήσης».
Κατά τον Κων/νο Άμαντο το ρήμα ετυμολογείται από το μεγαρίζω, που σημαίνει λατρεύω σε μέγαρα - δηλαδή σε σπήλαια - τη Δήμητρα, και επομένως - με μειωτική σημασία - είμαι εθνικός (ειδωλολάτρης) και όχι Χριστιανός. Η μετοχή μαγαρισμένος αρχικά είχε τη σημασία εκείνος που παίρνει μέρος σε ειδωλολατρικές τελετές μέσα σε σπήλαια, έννοια από την οποία προέκυψε η σημασία μιαρός, μολυσμένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: